Το Κουκλοσπιτο

Το ‘Κουκλόσπιτο‘ (1879), ένα από τα διαχρονικά αριστουργήματα του Νορβηγού θεατρικού συγγραφέα Ερρίκου Ίψεν, που έχει στο επίκεντρό του, την καταπιεσμένη Νόρα (μια από τις αρχετυπικές ηρωίδες της παγκόσμιας δραματουργίας, η οποία σταδιακά βρίσκει τον τρόπο για να οδηγηθεί στην πολυπόθητη χειραφέτηση), μεταφέρεται εξαιρετικά, πρωτίστως χάρη στην υψηλή ερμηνευτική αποδοτικότητα που σημειώνει ένα ικανότατο κουιντέτο ηθοποιών (Αμαλία Μουτούση, Άρης Λεμπεσόπουλος, Μαρία Ζορμπά, Γιώργος Συμεωνίδης, Νικόλας Παπαγιάννης) και την αντιπροσωπευτική μετάφραση – διασκευή, που του επιφύλαξε ο ίδιος ο σκηνοθέτης (Γιώργος Σκεύας). Μολονότι, το οπτικό αποτέλεσμα (σκηνογραφία, φωτισμοί) και η σκηνοθετική καθοδήγηση είναι παραπάνω απ’ όσο θα έπρεπε κλασικά και προφανή, και η διάρκεια πλησιάζει τα 150 λεπτά είναι τέτοια η δυναμική του λόγου, η διαχρονικότητα των κοινωνικών μηνυμάτων και η αισθαντικότητα των ειλικρινών ερμηνειών, που κάνουν το συνολικό αποτέλεσμα να δείχνει, ιδίως στο δεύτερο μέρος, αρκούντως ικανοποιητικό. Κατά αυτό τον τρόπο, η προβληματική ηθική της κοινωνίας, η χυδαία αντιπαλότητα των τάξεων, η διεκδίκηση του πλούτου και η διατήρησή του με κάθε κόστος (ή τίμημα), μα προπαντός, η ασφυκτική, υποδεέστερη θέση της γυναίκας και ο ξεσηκωμός της απέναντι στον ανδρικό – συζυγικό κλοιό, ευρίσκουν τον χώρο τους, όχι μόνο στο καθ’ αυτό ανυπέρβλητο έργο, αλλά και στο θεατρικό ανέβασμα που επιχειρείται στο πανέμορφο, μεσοπολεμικό αρχιτεκτόνημα (παλιά καπναποθήκη) που στεγάζεται το Θέατρο Οδού Κυκλαδών (‘Λευτέρης Βογιατζής’).

Σε ένα μεσοαστικό διαμέρισμα που προσφέρει όλες τις απαραίτητες ανέσεις, τα τελευταία 10 χρόνια, ζει η πειθήνια Νόρα (Αμαλία Μουτούση) με τον επιτακτικό της σύζυγο, Τόρβαλντ Χέλμερ (Άρης Λεμπεσόπουλος) και τα τρία τους παιδιά. Μετά από προσπάθεια χρόνων και αδιάλειπτων κόπων, ο Τόρβαλντ Χέλμερ κατόρθωσε να αναλάβει τη διοίκηση της μετοχικής τράπεζας, γεγονός που έχει σκορπίσει απλόχερη χαρά στο σπίτι. Η ευδαιμονία όμως, δεν θα διαρκέσει για πολύ, μιας και θα την διακόψει η απροσδόκητη έλευση μιας παλιάς φίλης της Νόρας. Η Κριστίνα Λίντε (Μαρία Ζορμπά) θα μάθει για την προαγωγή και θα διεκδικήσει το δικό της μερίδιο από την εξέλιξη αυτή (μια θέση εργασίας στην τράπεζα). Κατά μια έννοια, θα συμβάλλει στο να φανερωθούν τα ανομολόγητα μυστικά και οι βαθύτερες επιθυμίες της Νόρας. Πριν συμβεί αυτό όμως, η τελευταία, στην προσπάθεια της να βοηθήσει την παιδική της φίλη θα αδικήσει (χωρίς να το θέλει) έναν άλλο άνθρωπο. Μόνο που ο Νιλς Κρόγκσταντ (Γιώργος Συμεωνίδης), εκτός από ένας καιροσκόπος εργαζόμενος από τον οποίο επιθυμεί ολοψύχως να απαλλαγεί ο διοικητής – σύζυγος, θα αποδειχθεί πως είναι κάτι περισσότερο (η Νόρα έχει δανειστεί χρήματα από τούτον και χάρη σε αυτά ο σύντροφος της ανελίχθηκε).

Λίγα λεπτά της ώρας αρκούν για να δείξουν την κοινωνική συνθήκη κάτω από την οποία ζει η Νόρα, όπως και κάθε άλλη γυναίκα της περιόδου, έστω και αν λόγω της τάξης  που ανήκει συγκεντρώνει αισθητά (αλλά επιφανειακά) μεγαλύτερη αυτονομία. Θαρρείς εγκιβωτισμένη στο εσωτερικό του άνετου οικήματός της, απολαμβάνει τις μικρές χαρές που τις προσφέρει καθημερινώς ο άντρας της και την ανατροφή των τριών παιδιών της. Χωρίς ο τελευταίος να συμπεριφέρεται βάρβαρα (δεν υπάρχει σημάδι σωματικής βίας), καταλήγει να είναι το ίδιο μειωτικός ή καταδυναστευτικός (ο τρόπος που της απευθύνεται και τη σφιχταγκαλιάζει). Ο Τόρβαλντ Χέλμερ έχει τον τρόπο του να φαίνεται καλοσυνάτος και να επιβάλλει την άποψη και την επιθυμία του στη μελιστάλαχτη Νόρα. Η σχέση που έχουν διαμορφώσει, όση αγάπη και αν περιέχει, περιλαμβάνει και αδιαμαρτύρητη υποταγή – δεν φαίνεται να διαφέρει από εκείνη του δυνάστη και του εξουσιαζόμενου. Συνακόλουθα, η ηρωίδα μειονεκτεί απέναντι στην υπεροχή του συζύγου της, κάτι τέτοιο όμως δε συμβαίνει επειδή πραγματικά το θέλει, αλλά διότι υποχρεώνεται. Ταυτοχρόνως, ακόμη και μέσα στα προσδιορισμένα τετραγωνικά της οικίας, η Νόρα δεν μπορεί να έχει ανεμπόδιστη προσβασιμότητα σε όλα τα δωμάτια (το απροσπέλαστο γραφείο – ανδρικό καταφύγιο) και τις συζητήσεις που απολαμβάνει τακτικά ο σύζυγος με τον πολυαγαπημένο τους φίλο, γιατρό Ρανκ (Νικόλας Παπαγιάννης). Μέσα σε ένα τόσο δυσαρμονικό πλαίσιο, η άφιξη της Κριστίνα Λίντε θα ανοίξει τον ασκό του Αιόλου, γεγονός που θα ανατρέψει τις σταθερές, μέχρι εκείνο το σημείο, ισορροπίες του ζευγαριού.

Η οικογενειακή θαλπωρή, που παρουσιάζεται αρχικώς (η Νόρα είναι το υπάκουο σκιουράκι και ο Τόρβαλντ Χέλμερ ο δαμαστής, εκτροφέας και ιδιοκτήτης) θα αμφισβητηθεί σύντομα. Η Νόρα δεν θα διστάσει να αποκαλύψει στη φίλη της, πως επειδή ενέργησε παρασκηνιακά, συνείσφερε όσο κανείς άλλος στην εργασιακή εξέλιξη του Τόρβαλντ Χέλμερ και το σεβασμό που επιφέρει μια τέτοια κατάσταση. Παρ’ ότι, η Νόρα προέβη σε μια ανήκουστη κίνηση για την εποχή (ο δανεισμός από μια γυναίκα χωρίς τη σύμφωνη συγκατάθεση κάποιου ανδρός) για να εξασφαλίσει τα αναγκαία εφόδια και να σώσει την εξασθενημένη υγεία του συζύγου της, αυτό που προξενεί την ανησυχία της φίλης της είναι άλλο: τ’ ότι το αποκρύπτει από τον Τόρβαλντ Χέλμερ, ενώ παραλλήλως της παρουσιάζει την ενέργεια δίχως να της υποδεικνύει τον άνθρωπο από τον οποίο δανείστηκε το ζητούμενο ποσό. Η εμφάνιση της Κριστίνα Λίντε και τα αντανακλαστικά που θα επιδείξει ο σύζυγός της (θα απολύσει λόγω αντιπάθειας τον δικηγόρο Νιλς Κρόγκσταντ, για να διορίσει τη φίλη της Νόρας), πάντως, θα δρομολογήσουν το άφευκτο. Ο άνθρωπος αυτός φαίνεται πως παραχώρησε στη Νόρα το χρηματικό αντίτιμο και τώρα που κινδυνεύει να χάσει τη θέση του δεν δείχνει διατεθειμένος να υπαναχωρήσει έτσι αγόγγυστα. Όχι, όσο κρατάει στα χέρια του, ένα τόσο βλαβερό και εκβιαστικό ομόλογο.

Στο πρώτο σκέλος του ιψενικού δράματος, ο Γιώργος Σκεύας επικεντρώνεται στα πρόσωπα, συστήνει τα γνωρίσματα και το παρελθόν των χαρακτήρων, το σημείο στο οποίο βρίσκονται και εκείνο που επιθυμούν να κατευθυνθούν. Χωρίς να είναι άρτιο και ελλείψει σημαντικών δραματουργικών στιγμιότυπων (ίσως μια τέτοια να είναι η αποτυχημένη διαπραγμάτευση της βασικής ηρωίδας με τον Νιλς Κρόγκσταντ στο ημιφωτισμένο δωμάτιο και η ανησυχητική εμφάνιση του γράμματος) και εναλλακτικών σκηνογραφικών διαχειρίσεων (η στιγμή που ο ιατρός εξομολογείται τα παραπάνω από φιλικά συναισθήματα του στη Νόρα γύρω από τον γωνιακό πάγκο) προετοιμάζει το ξύπνημα ή και ξέσπασμα της Νόρας. Οι ραγδαίες εξελίξεις, θα δώσουν τη δυνατότητα στη Νόρα να αφουγκραστεί τις επιθυμίες της, να αναμετρηθεί με τον εαυτό της και να αναλογιστεί τις συνέπειες των ενεργειών της (τόσο των προηγούμενων όσο και των επικείμενων). Εν ολίγοις, να αποφασίσει αν επιθυμεί να διαβιεί κάτω από έναν εξωτερικό κίνδυνο και μια εσωτερική πίεση ή αν προτιμά να θυσιάσει την υστεροφημία της οικογένειάς της για να πορευθεί αδέσμευτη. Με αφορμή την ευπρόσδεκτη προσέλευση της Κριστίνα Λίντε και την παρενοχλητική παρουσία του Νιλς Κρόγκσταντ, η Νόρα θα αποδείξει πως δεν αρέσκεται στο να είναι μονάχα εκείνο το συγκαταβατικό και γλυκανάλατο πλάσμα, που ακολουθεί αδιαμαρτύρητα τις υποδείξεις του συζύγου της, ούτε εκείνο που συμβαδίζει με τα ταξικά και κοινωνικά στερεότυπα της εποχής. Πόσο μάλλον όταν στη συνέχεια θα δει, πως δε μπορεί να βασίζεται άλλο στην εμπιστοσύνη που της πρόσφερε όλα αυτά τα χρόνια, ο άνδρας της (αυτή θα διαταραχτεί, μόλις εκείνος μάθει για την αλήθεια των πράξεών της).

Μπορεί καθ’ όλη τη διάρκεια του πρώτου μισού της βραδύκαυστης παράστασης, η Νόρα να μάχεται για να διαφυλάξει τη φήμη του συζύγου της και να ευελπιστεί σε ένα συνειδησιακό θαύμα από την πλευρά του που θα ανατρέψει τα μέχρι στιγμής δεδομένα και θα βγάλει την ίδια από την απροσάρμοστη θέση (γεγονός που σημαίνει, να επωμιστεί την ευθύνη εκείνος και να θυσιάσει απρόσκοπτα την υπόληψή του, επειδή αγαπά πραγματικά τη γυναίκα του), ωστόσο η κατάσταση θα μεταβληθεί ολοσχερώς στο συνταραχτικό, καλοσκηνοθετημένο και απαράμιλλα ερμηνευμένο δεύτερο τμήμα του θεατρικού, όταν και η Νόρα θα οδηγηθεί (εκ των πραγμάτων) στην υπέρβαση των καθορισμένων ορίων και των κοινωνικών συμβάσεων. Τη στιγμή που οι πρωταγωνιστές επιστρέφουν με τις εντυπωσιακές τους αμφιέσεις από ένα μασκέ πάρτι, η αλήθεια παραμονεύει εκεί (στο γραμματοκιβώτιο της εξώπορτας) και κάτω από τις διακοσμητικές μάσκες που φορούν. Μόλις εκείνες πέσουν και το γράμμα ανοιχτεί, η αλήθεια θα αστράψει και η Νόρα θα αναλάβει το βαρίδιο να αποκαλύψει κάθε επονείδιστη λεπτομέρεια και ενδόμυχη σκέψη που την ταλαιπωρεί, όχι επειδή ζητάει συγχώρεση, αλλά για να υπερασπιστεί τη δική της εικόνα και να διεκδικήσει την πολυπόθητη της ελευθερία.

Η πολυαγαπημένη, εκπληκτική ηθοποιός (τόσο του θεάτρου όσο και του κινηματογράφου), Αμαλία Μουτούση, αναλαμβάνει να ερμηνεύσει τον εμβληματικό, πολυδιάστατο ρόλο της Νόρας. Ερμηνεία δουλεμένων συναισθηματικών αποχρώσεων και αδιάκοπων ψυχολογικών διακυμάνσεων, τεστάρει τις αναγνωρισμένες υποκριτικές ικανότητες της ηθοποιού, η οποία για πολλοστή φορά στη μακρόσυρτη της σταδιοδρομία τα καταφέρνει περίλαμπρα. Η Νόρα στα επιδέξια χέρια της Αμαλίας Μουτούση είναι το τρυφερό και υποτακτικό εκείνο θηλυκό, που έχει διδαχθεί να υπομένει καρτερικά και να μην αντιδράει στη χειριστική συμπεριφορά του συζύγου της (πραγματικά είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος που τον ζαχαρώνει), όπως και εκείνο που κρύβει ένα μυστικό που αφορά την αρμονική λειτουργία της οικογένειάς της (η στιγμή που ως ένα σημείο το εξωτερικεύει, για πρώτη φορά, ύστερα από δέκα χρόνια στην παιδική της φίλη δείχνει απελευθερωτική). Εκτός των παραπάνω, η Νόρα θα κάνει τα πάντα για να προστατεύσει τον άνδρα της, όταν νιώσει πως απειλείται από τη βιαστική παρουσία του καταχθόνιου Νιλς Κρόγκσταντ (υποδειγματική ως προστατευτική σύζυγος και μητέρα, η Αμαλία Μουτούση, σε μια σεκάνς που δεν φοβάται να συγκρουστεί με την ανηθικότητα του εκβιαστή) και φυσικά να αντιμετωπίσει τον πολυαγαπημένο της σύζυγο, όταν καταλάβει το πόσο πλασματική και κατασταλτική είναι η κοινωνική συμφωνία κάτω από την οποία ζει (ο τρόπος που ομολογεί το μυστικό και συνειδητοποιεί το προσωπικό της χρέος είναι φυσικός και ανεπιτήδευτος). Ολόκληρη η σκηνή που οδηγείται σε ουσιαστική ρήξη με τον σύντροφό της παραμένει αξιομνημόνευτη και δείχνει μια γυναίκα που βρίσκει το θάρρος να θυσιάσει την επιφανειακή της καλοπέραση και να μεταμορφωθεί σε εκείνη που πραγματικά είναι.

Μια πολύ δυναμική παρουσία, χωρίς χαϊδευτικά ουσιαστικά, έτοιμη να αναλάβει το τίμημα του παρελθόντος και το σκάνδαλο της εγκατάλειψης για ν’ ακολουθήσει το πεπρωμένο της. Από την αρχή της παράστασης μέχρι το αλησμόνητο τέλος, η Αμαλία Μουτούση χρωματίζει τον ρόλο της Νόρας και καθηλώνει το κοινό με το ερμηνευτικό της κρεσέντο. Από κοντά και ο Άρης Λεμπεσόπουλος, που επίσης χαρίζει μια αξιοσημείωτη και απαιτητική ερμηνεία στο ρόλο του καταπιεστικού συζύγου. Ο τρόπος που επιβάλλει το ιδιοσυγκρασιακό του παίξιμο (η χαρακτηριστική εκφορά, ο γλυκερός ή προστακτικός λόγος, η εκφραστική κινησιολογία, η υποσχόμενη κατεργαριά) στον χαρακτήρα που υποδύεται είναι απαράβγαλτος. Μαζί με την Αμαλία Μουτούση συγκροτούν ένα αλληλοσυμπληρούμενο πρωταγωνιστικό ντουέτο, που ενώ στην αρχή δίνει την αίσθηση πως αγαπιέται παράφορα, λίγο πριν το φινάλε καταλήγει να μισηθεί με ανεπανόρθωτα αποτελέσματα. Αξέχαστη κάθε σκηνή που εμφανίζεται ο Άρης Λεμπεσόπουλος, όχι μόνο για τη σκηνική ενεργητικότητα και τη γλωσσική αυθάδεια με την οποία υποδύεται τον Τόρβαλντ Χέλμερ, μα και για τη χημεία του με την Αμαλία Μουτούση.

Δεν είναι όμως, μόνο οι δύο παραπάνω πρωταγωνιστές, αλλά και υπόλοιποι τρεις ηθοποιοί που στέκονται σε επαρκέστατο ερμηνευτικό επίπεδο. Η Μαρία Ζορμπά δίνει ζωτική ανάσα στον χαρακτήρα της Κριστίνας Λίντε. Κομβικός χαρακτήρας για την εξέλιξη της ιστορίας και τη φανέρωση / διαχείριση του μυστικού, θα έχει τουλάχιστον δύο σκηνές στην παράσταση, που θα τραβήξει την προσοχή του κοινού επάνω της (η πρωταρχική συνεύρεση με τη Νόρα και η κρυφή της συνάντηση με τον Νιλς Κρόγκσταντ, λίγο πριν την επιστροφή του ζευγαριού από το μασκέ). Ο ήρεμος και ευγενής τρόπος με τον οποίο ερμηνεύει, η Μαρία Ζορμπά, την ταλαιπωρημένη, φτωχή φίλη της Νόρας είναι αντιπροσωπευτικός, ενώ στο ευσυγκίνητο και σταθερό της βλέμμα κατοπτρίζονται τα άσπιλά της συναισθήματα και η προδιάθεσή της να βοηθήσει με κάθε τρόπο. Στον αντίποδα του χαρακτήρα ετούτου, ο Νιλς Κρόγκσταντ είναι η πιο αμφιλεγόμενη φυσιογνωμία της παράστασης και ο Γιώργος Συμεωνίδης δράττεται της ευκαιρίας για να παρουσιάσει έναν σκοταδερό άνθρωπο που δεν διστάζει να απειλήσει για να ικανοποιήσει τις εργασιακές του προσδοκίες. Ο άδικος επαγγελματικός παραγκωνισμός θα τον αναγκάσει να επιδείξει χαρακτηριστικά του εαυτού του που δεν είναι τόσο θεμιτά. Ο Γιώργος Συμεωνίδης πάντως, υποδύεται με εγκράτεια τον Νιλς Κρόγκσταντ, καταφέρνοντας να μην μετατρέψει σε μισητή καρικατούρα τον συγκεκριμένο χαρακτήρα. Τέλος, στον ρόλο του γκαρδιακού, οικογενειακού φίλου, ο Νικόλας Παπαγιάννης ερμηνεύει με χαλαρότητα και περίσσεια ευχέρεια τον γιατρό Ρανκ στον σύντομο χρόνο που έχει στη διάθεσή του. Δύο λεκτικά σφάλματα βέβαια εντοπίστηκαν, ωστόσο, και ο δικός του χαρακτήρας στέκεται στη στάθμη των απαιτήσεων (η σκηνή της εξομολόγησης / φλερταρίσματος είναι απολαυστική).

Περισσότερο και από τη σκηνογραφική αντιμετώπιση της Εύας Μανιδάκη (περιορίζεται σε ένα τζάκι, ένα κατεστραμμένο πιάνο, ένα γωνιακό πάγκο που παραπέμπει σε κουκλόσπιτο από τα χαμηλά ανοίγματα που φέρει, ένα μικρό σκαμνί με το αρχικό γράμμα της Νόρας, τη δαντελένια επένδυση του τοίχου και τις κουρτίνες) είναι οι ενδυματολογικές επιλογές του Άγγελου Μεντή που ξεχωρίζουν. Τόσο όσον αφορά τις καθημερινές αμφιέσεις (τα μάλλινα / φορέματα των γυναικών και τα κοστούμια των ανδρών) όσο και εκείνα που περιφέρουν στο μασκέ πάρτι (όπως το δαντελένιο φουστάνι της Νόρας ή το κοστούμι πρώιμης βικτωριανής εποχής του Ρανκ). Δυστυχώς, οι μουσικές και ηχητικές επεμβάσεις της Σήμης Τσιλαλή είναι ανεπαίσθητες, ενώ οι επιλεκτικοί φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη υπογραμμίζουν – στοχεύουν τα σημεία της δράσης χωρίς ιδιαίτερα ξαφνιάσματα (το φώτισμα από το τζάκι, ο διακριτικός φωτισμός του τοίχου και ο διάχυτος στο κέντρο της σκηνής). Συνοψίζοντας, δεν είναι ελάχιστες οι φορές που το συγκεκριμένο έργο έχει απασχολήσει την εγχώρια θεατρική πραγματικότητα (όπως και πολλά ακόμη έργα του Νορβηγού δραματουργού), ούτε τυχαίο το γεγονός, πως ανέβηκε ταυτόχρονα από έναν άλλο θίασο μερικά οικοδομικά τετράγωνα πιο μακριά (‘Θίασος Λεπτουργείον’ στο Θέατρο Εκάτη), γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ένα πιο σύγχρονο, αφαιρετικό και ευφάνταστο ανέβασμα, καθώς και μια χρονική συμπύκνωση στη δράση θα μπορούσαν να δώσουν μια πιο ενδιαφέρουσα και απρόβλεπτη διάσταση (με τον κίνδυνο που έχει πάντα κάτι τέτοιο). Η τολμηρή πρόταση που παρουσίασε η Σαουμπίνε, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου (‘Ερρίκος Ίψεν: Νόρα, Το Κουκλόσπιτο‘), εξακολουθεί να βαραίνει οποιαδήποτε επόμενη, τίμια, ντόπια προσπάθεια. Ακόμη κι έτσι όμως, το παραδοσιακό, μα επιμελημένο ανέβασμα του Γιώργου Σκεύα, η πολύ επιτυχημένη μετάφραση – διασκευή από τον ίδιο, οι επί μέρους ατμοσφαιρικές ή αισθαντικές σκηνές και οι γενναιόδωρες ερμηνείες κρατούν αμείωτη την προσοχή και το ενδιαφέρον των θεατών.

Share