Σιρλει

Παρά τη σωρεία αρνητικών αντιδράσεων, με ένα πρωτόγνωρα τρομακτικό διήγημα όπως το ‘Λαχείο’ (κατά βάση, από τους αναγνώστες του εβδομαδιαίου περιοδικού The New Yorker, που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1948), η Σίρλεϊ Χ. Τζάκσον εισήχθη δυναμικά στο γκρουπ των συγγραφέων που καταγίνονται με εξιστορήσεις τρόμου και μυστηρίου. Έπιασε εξαπίνης το κοινό και ενθουσίασε τους κριτικούς, ανεβάζοντας ψηλά τον πήχη των προσδοκιών για τη συνέχεια. Αναμονή επιθυμητής εξέλιξης, που με μια νουβέλα όπως το ‘Hangsaman’ (1951), τάχιστα επαληθεύτηκε περίτρανα. Το γοτθικού ύφους πεζογράφημα, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Τζούντυ Οπενχάιμερ (της συγγραφέως που συνέγραψε την ενδιαφέρουσα και εμπεριστατωμένη βιογραφία της Σίρλεϊ Χ. Τζάκσον ‘Private Demons: The Life of Shirley Jackson’ (1988)], εμπνέεται ελαφρά από την αληθινή περίπτωση εξαφάνισης της Πόλα Ζαν Ουέλντεν. Της φοιτήτριας που σπούδαζε στο πανεπιστήμιο του Μπένινγκτον (της πολιτείας του Βερμόντ), που δίδασκε ο κάθε άλλο παρά μονογαμικός, μα υποστηρικτικός ως προς το συγγραφικό της έργο, σύζυγός της Σίρλεϊ Χ. Τζάκσον (ο καταξιωμένος κριτικός λογοτεχνίας και ακαδημαϊκός Στάνλεϋ Έντγκαρ Χάυμαν). Κατά μια ερμηνεία, εξίσου ελαφρά, η κρίσιμη περίοδος που είναι πιθανό πως μεσολάβησε ανάμεσα στη συγγραφή του ‘Λαχείου’ και του ‘Hangsaman’ ενέπνευσε και μια συγγραφέα της τωρινής εποχής. Τη Σούζαν Σκαρφ Μέρελ, που με τη δεύτερη νουβέλα της, το ‘Shirley’ (2014), αποδίδει με συναρπαστική μέθοδο δύο οξυδερκείς και (σε σημείο προβληματικό) ιδιόρρυθμες προσωπικότητες των τεχνών και των γραμμάτων. Δυο προσωπικότητες που έτσι καθώς τις καταλαβαίνει η ίδια η συγγραφέας δεν διστάζουν να ανταγωνιστούν η μια την άλλη και να εκτοξεύσουν ειρωνικά σχόλια. Πόσο μάλλον η Σίρλεϊ Χ. Τζάκσον που εκτός από τις φιλοδοξίες και τις αξιώσεις του συζύγου της, ή και τις απαιτήσεις του αναγνωστικού κοινού, είχε να αντιμετωπίσει και τη μειωτική στάση που παραδοσιακά συντηρούσε η φαλλοκρατική κοινωνία απέναντι στο γυναικείο φύλο.

Έχοντας δώσει τα διαπιστευτήρια της, με ταινίες που διερευνούν την περίπλοκη γυναικεία φύση με τρόπο που είναι αισθητικά αντισυμβατικός και αφηγηματικά θαρραλέος (καθόλου τυχαία, θεωρείται ένα από τα πιο μεγάλα ταλέντα του αμερικανικού ανεξάρτητου σινεμά), ύστερα από το ‘Madeline’s Madeline’ (2018), η σκηνοθέτιδα και σεναριογράφος Τζόζεφιν Ντέκερ θέλησε να καταπιαστεί με κάτι πιο απαιτητικό και έτσι να μεταφέρει στην οθόνη το ‘Shirley’ της Σούζαν Σκαρφ Μέρελ. Αφού μοιραστεί τις ιδέες της (έναν χρόνο διήρκεσαν οι εποικοδομητικές συζητήσεις) να δώσει το ελεύθερο στη σεναριογράφο και παραγωγό Σάρα Γκάμπινς να το προσαρμόσει ιδανικά και έπειτα η ίδια να το σκηνοθετήσει, εφαρμόζοντας νέες, ή και ήδη δοκιμασμένες τεχνικές που ευρύνουν τα όρια του κινηματογραφικού μέσου.

Στο ‘Σίρλεϊ’, η απρόσμενη και επίπονη διαδικασία της δημιουργίας είναι στο επίκεντρο, το ίδιο και η ανησυχία για αναγνώριση και αποδοχή που προκύπτει από τούτη. Υφίσταται και ένα δεύτερο επίπεδο όμως, που δεν σχετίζεται με τη συγγραφή και επιβράβευση κάποιου λογοτεχνικού έργου, μιας και περισσότερο αφορά τον προκαθορισμένο κοινωνικό ρόλο και το καταπιεσμένο σεξουαλικό ένστικτο της γυναίκας. Θαμπώνοντας διαρκώς τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας και διαπερνώντας τα είδη (το δράμα διαδέχεται η μαύρη κωμωδία, ενώ το αισθηματικό ρομάντζο δίνει τη θέση του στον τρόμο), η Τζόζεφιν Ντέκερ, δίνει βάση στο όχι επαρκώς χειραφετημένο περιβάλλον της εποχής και πραγματοποιεί μια απολαυστική και τολμηρή ενδοσκόπηση που αγγίζει τις βαθύτερες σκέψεις, τα αντιφατικά αισθήματα, και το υπαινικτικό μεγαλείο με τον οποίο έγραφε η Σίρλεϊ Χ. Τζάκσον. Τόσο που όπως και σε πλείστες από τις μεταφυσικές ιστορίες που άφησε ανεκτίμητη παρακαταθήκη στις ακόλουθες γενιές, σε σημεία δίδεται η ισχυρή εντύπωση πως ο θεατής σταματάει να είναι απόμακρος και αντικειμενικός παρατηρητής, μιας και βρίσκεται μέσα στο μυαλό της πρωταγωνίστριας. Η Σίρλεϊ Χ. Τζάκσον επίσης, πολύ συχνά χρησιμοποιούσε doppelgängers στα πονήματά της. Πρόσωπα με ίδια, ή και παρόμοια με τον κεντρικό ήρωα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, που ασφαλώς επιστρατεύονται και στο ‘Shirley’ της Σούζαν Σκαρφ Μέρελ, και κατ’ επέκταση στην ομώνυμη κινηματογραφική ταινία της Τζόζεφιν Ντέκερ. Πρόσωπα όπως και το καταχαρούμενο, ξαναμμένο, αλλά και ανυποψίαστο νεαρό ζευγάρι που καταφθάνει στο οίκημα που ιδιοκατοικεί η Σίρλεϊ (Ελίζαμπεθ Μος) και ο Στάνλεϋ (Μάικλ Στούλμπαργκ).

Ο Φρεντ (Λόγκαν Λέρμαν), επρόκειτο να εργαστεί ως βοηθός του Στάνλεϋ στο πανεπιστήμιο του Μπένινγκτον και ωσότου να βολευτεί, έχει προσκληθεί μαζί με τη σύντροφό του Ρόουζ (Οντέσα Γιανγκ), να μείνουν στην οικία της Σίρλεϋ και του μέντορά του. Στη γιομάτη βιβλία και χειρόγραφα, αλλά ακατάστατη και βρόμικη κατοικία, μιας και η Σίρλεϊ έχει παραιτηθεί από τα καθήκοντά της – το ίδιο και η οικιακή βοηθός της, που δεν την άντεξε – ακόμη και από τα συγγραφικά. Μετά από την έκδοση του ‘Λαχείου’, δυσκολεύεται να διαχειριστεί τη μεγάλη επιτυχία. Να βάλει στη θέση τους, τους αρνητικά διακείμενους και να ικανοποιήσει τους ανυπόμονους θαυμαστές της, κάνοντας το επόμενο συγγραφικό βήμα. Κάτι που έχει σοβαρές επιπτώσεις, στην ούτως ή άλλως εύθραυστη ψυχολογία της και την έχει ρίξει στο κρεβάτι. Το πιστοποιεί άλλωστε και το γεγονός πως σε μια συγκέντρωση συναδέλφων και φίλων του Στάνλεϋ, αυτή ασφυκτιά και αδυνατεί να τους καλωσορίσει. Όπως και το πρώτο πρωινό που θα περάσει μαζί της η Ρόουζ, ύστερα από την έλευσή της. Η οποία Ρόουζ θα κληθεί από τον Στάνλεϋ να την προσέχει και να τη βοηθήσει στις δουλειές του οικήματος.

Μη μπορώντας να πει όχι η Ρόουζ, ξάφνου θα βρεθεί να καθαρίζει βρομερές επιφάνειες και να μαγειρεύει σπεσιαλιτέ. Συγχρόνως, απρόοπτα και άκαιρα να γίνεται δέκτης της απαίσιας διάθεσης και των δηκτικών σχολιασμών της Σίρλεϊ. Η Ρόουζ που επίσης κάνει σπουδαστικά όνειρα και επιθυμεί να τα πραγματοποιήσει, μετά από την εγκυμοσύνη της. Με τούτα σαν δεδομένα, μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας, η Τζόζεφιν Ντέκερ παρουσιάζει τις συνθήκες που διαβιεί το πρωταγωνιστικό ζευγάρι, όπως και εκείνες κάτω από τις οποίες καλείται να ζήσει για ένα εύλογο χρονικό διάστημα το συμπληρωματικό. Δεικνύει επομένως, ευθύς αμέσως, τις δυναμικές που αναπτύσσονται ανάμεσά τους. Η Σίρλεϊ δεν σταματάει να περιπαίζει και να φέρνει σε δυσχερή θέση τη Ρόουζ, τη στιγμή που ο Στάνλεϋ φαίνεται πως έχει το πάνω χέρι, όχι μονάχα απέναντι στη Σίρλεϊ, που πρόσθετα την απατάει και εκείνη το γνωρίζει και μέχρι ένα σημείο το υπομένει (όχι πάντως τα τηλεφωνήματα που κάνουν ορισμένες από τις ερωμένες του), αλλά και στη Ρόουζ και τον Φρεντ. Ο τελευταίος επίσης, πιέζει τη Ρόουζ να κάνει υπομονή και να ανεχτεί τις υβριστικές κουβέντες και ό,τι άλλο τις ζητηθεί, τώρα που εργάζεται ως μεταπτυχιακός συνεργάτης. Θα χρειαστεί να περάσουν μερικές μέρες πάντως, μέχρι η Ρόουζ να έρθει πιο κοντά στη Σίρλεϊ. Μέχρι η συγγραφέας να βρει ένα ουσιαστικό ενδιαφέρον που θα την παρακινεί να σηκώνεται κάθε πρωί από το κρεβάτι. Και θα το βρει μόλις διαβάσει τα νέα στις τοπικές εφημερίδες, για την εξαφάνιση μιας φοιτήτριας από το πανεπιστήμιο του Μπένινγκτον. Ορμώμενη και από τη ζωογονητική ύπαρξη της Ρόουζ που μπορεί να την κακομεταχειρίζεται αλλά κατά βάθος τη συμπαθεί, μια και βλέπει τον νεαρό, πιο αφελή και ονειροπαρμένο εαυτό της σε τούτη, ή και την ανεξήγητα άφαντη κοπέλα, θα ξανακαθίσει στο γραφείο που είναι από καιρό επικαλυμμένη με σκόνη η γραφομηχανή της.

Θα αρχίσει να γράφει το ‘Hangsaman’, κρυφά από τον Στάνλεϋ, που είθισται να κρίνει και να διορθώνει τα έργα της προτού αυτά δημοσιευτούν. Κρυφά από τον Στάνλεϋ, μα φανερά από τη Ρόουζ. Τόσο φανερά που εσκεμμένα θέτει ερωτήματα και αναμένει απαντήσεις από εκείνη. Σε μια όμορφα σκηνοθετημένη και μονταρισμένη σεκάνς μάλιστα, η Ρόουζ θα γίνει ενεργητικό κομμάτι της απόπειρας που καταβάλλει η Σίρλεϊ, να εντοπίσει τους λόγους που η φοιτήτρια εξαφανίστηκε: εν είδει μυστικής αποστολής, θα σταλεί στο νοσοκομείο και το πανεπιστήμιο του Μπένινγκτον, για να συλλέξει πληροφορίες που ρίχνουν παραπάνω φως στο σκοτάδι. Που ισχυροποιούν θεωρίες που θέλουν την Πόλα Ζαν Ουέλντεν να διατηρούσε σχέση με έναν καθηγητή του πανεπιστημίου. Θεωρίες που θέλουν να είχε δώσει ραντεβού μαζί του στο δάσος όπου χάθηκε, ακόμη και να έμεινε έγκυος από αυτόν. Όπως και να’ χει, με τις πληροφορίες που θα μαζέψει, θα οδηγηθεί σε κρίσεις που μορφοποιούν τη νουβέλα.

Συνάμα, η συγγραφή του ‘Hangsaman’ επηρεάζεται και από το πώς διαμορφώνεται η σχέση της Ρόουζ με τον Φρεντ. Τόσο η Σίρλεϊ όσο και ο Στάνλεϋ συνεχώς σαμποτάρουν τη σχέση του νεαρού ζευγαριού. Σε τέτοιο βαθμό που σταδιακά ο Φρεντ θα ακολουθήσει την άστατη πορεία των πιο πολλών καθηγητών (όπερ σημαίνει, θα αρχίσει να πίνει, να ξενυχτάει και να ερωτοτροπεί), τη στιγμή που η Σίρλεϋ, από μια υποτακτική κοπέλα θα ξεκινήσει να ανακτά την κυριαρχία της (κάτι που διαφαίνεται και από τη στάση που κρατάει απέναντί του όταν τον βλέπει). Από ένα σημείο και έπειτα, περισσότερο καλά θα αρχίσει να βαίνει η σχέση της Ρόουζ με τη Σίρλεϊ, παρά εκείνη της Ρόουζ με τον Φρεντ. Σε αυτό που λέγεται συμβιωτική – αλληλοεξαρτώμενη σχέση και προϋποθέτει πλήρη εμπιστοσύνη, η τελευταία θα κατακτηθεί όταν σε μια υποδηλωτική σκηνή που δύναται να ιδωθεί και σαν μεταφορά, οι δύο γυναίκες θα μοιραστούν ένα μανιτάρι που θα μπορούσε να είναι δηλητηριώδες και να τις οδηγήσει στον θάνατο. Και θα επισφραγιστεί, όταν η Ρόουζ προετοιμάσει ψυχολογικά, συντροφεύσει και ξαναγυρίσει στο σπίτι τη Σίρλεϊ από την ετησίως καθιερωμένη κοσμική συνάθροιση που διοργανώνει ο κοσμήτορας (Ρόμπερτ Όυουλ) της πανεπιστημιακής σχολής που διδάσκει και ο Στάνλεϋ. Ο σύζυγος της Κάρολαϊν (Όρλα Κάσσιντυ), της γυναίκας με την οποία ο Στάνλεϋ απατάει τη Σίρλεϊ (αλήστου μνήμης, η σκηνή που στάζει φαρμάκι το στόμα της Σίρλεϊ όταν την αντικρίζει, όπως και όταν λίγο μετά, μεθυσμένη καθώς είναι, επιλέγει να την εκδικηθεί περιχύνοντας ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί στον πανάκριβο καναπέ, σε στυλ Λουδοβίκου).

Η Σίρλεϊ οφείλει ένα σεβαστό μέρος της ανάκτησης των δυνάμεων της στη Ρόουζ, τη στιγμή που και η τελευταία χρωστάει την αφύπνισή της σε εκείνην. Η σχέση της Ρόουζ με τη Σίρλεϊ όμως, πέρα από δυναμωτική είναι και ερωτική, κάτι που φανερώνεται τόσο με ένα όνειρο καθώς είναι αυτό που δείχνει τις δύο γυναίκες ολόγυμνες και σφιχταγκαλιασμένες μέσα σε μια μπανιέρα όσο και με μια αισθησιακή σκηνή που προσιδιάζει σε περίπτυξη και λαμβάνει δράση στο μπαλκόνι της κατοικίας. Με την εξέλιξη του κάθε χαρακτήρα και τη μεταξύ τους αλληλεπίδραση σε κάθε επίπεδο, η Σίρλεϊ φτάνει πολύ κοντά στο να περατώσει τη νουβέλα που γράφει. Να δώσει ένα τέλος που να είναι αντάξιο της φήμης της, της κοπέλας που έχει εξαφανιστεί και εκείνης που φιλοξενεί. Στο τελευταίο μέρος του έργου, κατά κάποιο τρόπο, Ρόουζ και Πόλα γίνονται ένα πρόσωπο και βαθμιαία οδηγούνται σε ένα φινάλε που δέχεται πολλές εξηγήσεις και είναι αγωνιώδες και σπαραξικάρδιο. Σε ένα φινάλε που αν μη τι άλλο, πάντως, με την παρέμβαση της συγγραφέως, αποφεύγεται το χείριστο σενάριο όσον αφορά το κομμάτι που έχει να κάνει με την αληθινή ζωή, μιας και η Ρόουζ όχι μόνο δεν αυτοκτονεί μα ούτε σκύβει το κεφάλι, εφόσον δείχνει πως επιλέγει δρόμο ανάλογο με αυτόν της Σίρλεϊ.

Ενθυμίζοντας σε ουκ ολίγα σημεία την πολύπλοκη και προοδευτική άποψη για τη σύνδεση μιας γυναίκας καλλιτέχνιδας με τη μούσα της, όπως αυτή καταγράφηκε στο ‘Πορτρέτο μιας Γυναίκας που Φλέγεται’ (2019) της Σελίν Σιαμά, η Τζόζεφιν Ντέκερ καταθέτει τη δική της πρόταση επί του θέματος, φροντίζοντας από τη μια να υπηρετεί το εκκεντρικό λογοτεχνικό σύμπαν της Σίρλεϊ Χ. Τζάκσον και από την άλλη τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται η ίδια τον κινηματογράφο. Τον σε σημεία πειραματικό και παιχνιδιάρικο τρόπο, που καταλύει κάθε έννοια συμβατικότητας ή ευκολίας στη διήγηση. Συνοδοιπόροι της σε τούτη την άξια λόγου αντιμετώπιση, ο διευθυντής φωτογραφίας Στούρλα Μπαρντθ Γκρόβλεν και ο μοντέρ Ντέιβιντ Μπάρκερ. Ο μεν πρώτος χρησιμοποιώντας μια κάμερα Arri Alexa Mini και φακούς Angenieux Optimo και Bausch & Laumb Super Baltar συλλαμβάνει το πνεύμα του έργου με δυναμισμό και ενέργεια, δίνοντας την αίσθηση της ρευστότητας έτσι όπως κινεί την κάμερα σε ένα κατά κύριο λόγο περίκλειστο και επιμελώς κοσμημένο οίκημα όπου οι σκούροι τόνοι του καφέ, του εκρού ή της ώχρας κυριαρχούν (αρμόδια για τον σχεδιασμό παραγωγής είναι η καλλιτεχνική διευθύντρια Σου Τσάν). Έτσι όπως επιλέγει μη αναμενόμενες οπτικές γωνίες που φέρνουν κοντά τους χαρακτήρες και εντυπώνουν τις συναισθηματικές τους μεταβολές. Ο δε δεύτερος συμβάλλει ώστε η ταινία να έχει αρκετά γρήγορο ρυθμό και εναλλαγές που εξυπηρετούν τη διφυή υπόσταση της ταινίας – μια σειρά από ζεύγη αντιθετικών εννοιών (το πραγματικό και το φαντασιακό, το πνευματικό και το ερωτικό, το δραματικό και το κωμικό). Πολλές φορές μάλιστα, στην ίδια σκηνή. Αρκεί να δει κανείς μια εξαιρετική σε σύλληψη και εκτέλεση σεκάνς σαν και αυτή που παραβάλλεται η απόρρητη αποστολή που αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας η Ρόουζ και παράλληλα αναπτύσσεται η υπόθεση της νουβέλας από τη σκοπιά της Σίρλεϊ, για του λόγου το αληθές. Σε άλλες πάλι περιπτώσεις, όπως σε εκείνη που εξελίσσεται στο μπαλκόνι, όταν η Σίρλεϊ αποφασίζει να βγει και να ξαποστάσει, το μοντάζ είναι υπεύθυνο για μια από τις πιο υποδερμικά ηδονιστικές σκηνές. Για μια σκηνή που είναι λες και οι δύο ηρωίδες συνουσιάζονται, δίχως καν να χρειάζεται να αγγίξει η μια την άλλη.

Και κάτι ακόμη, εκτός από τη μεταξύ τους συνένωση, οι εικόνες εναρμονίζονται θαυμάσια και με το άλλοτε ήπιο και διακριτό και άλλοτε απόκοσμο και μυστηριακό σκορ που έγραψε η συνθέτρια και τραγουδίστρια Ταμάρ-Καλί. Το σκορ που πέρα από την κλασική χρήση του πιάνου σε στιγμές που είναι αισθαντικές, ερευνά τις ηχητικές δυνατότητες ενός κουαρτέτου εγχόρδων σε καταστάσεις που είναι πολύ πιο ονειρώδεις και κλειστοφοβικές. Το σκορ που εκμεταλλεύεται και τις φωνητικές ικανότητες της ίδιας της τραγουδοποιού που το έγραψε με τρόπο που θυμίζει λαϊκή πολυφωνική χορωδία, στις έξι από τις είκοσι μια συνθέσεις του.

Σε μια σειρά από πολλές πρώτες στιγμές για τη Τζόζεφιν Ντέκερ που όμως, αξιοποιούνται χωρίς να κάνουν έκπτωση στο δημιουργικό όραμα και να έχουν καταστροφικό αποτέλεσμα, δεν είναι μόνο ότι η συγκεκριμένη παραγωγή προέρχεται από μεγαλύτερο στούντιο και ότι το σενάριο δεν είναι δικό της, αλλά και πως οι ηθοποιοί που δέχθηκαν να εμφυσήσουν ζωή στους χαρακτήρες είναι εγνωσμένης αξίας. Πολλώ δε μάλλον η σπουδαία ερμηνεύτρια που υπήρξε πρώτη στη λίστα των υποψηφίων και με το που διάβασε το σενάριο δέχθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη το βασικό ρόλο. Περί της Ελίζαμπεθ Μος ο λόγος που κυριολεκτικά βουτάει με απαράμιλλη τόλμη στον αναστατωμένο ψυχισμό μιας απροσάρμοστης μα πρωτοπόρας συγγραφέως ιστοριών τρόμου και συβιλλικότητας. Βουτάει και δεν φοβάται να τσαλακώσει την εικόνα της στην προσπάθειά της να χτίσει εμβριθώς το πορτρέτο της Σίρλεϊ Χ. Τζάκσον σε μια καθοριστική για την τελευταία στιγμή. Από την πρώτη στιγμή που την αιχμαλωτίζει ο φακός φαίνεται αυτό, καθόσον ο χαρακτήρας της δυσκολεύεται να εξοικειωθεί στον ρόλο της φιλικής οικοδέσποινας, της συγγραφέως που όλοι έχουν υψηλές απαιτήσεις, ακόμη και της πειθήνιας συζύγου. Αρκεί ένα απαξιωτικό βλέμμα, μια βαριεστημένη κίνηση και φυσικά ο πικρόχολος λόγος, αναφορικά με τούτο. Ο χαρακτήρας που υποδύεται η Ελίζαμπεθ Μος όμως, είναι σύνθετος και οι λοιπές εκφάνσεις του εκδηλώνονται κλιμακωτά. Όσο διαρκεί η διαμονή του νεαρού ζευγαριού που ασκεί επίδραση επάνω της. Όσο ανακτά την όρεξη της για συγγραφή στην απόπειρά της να ανερευνήσει και να λύσει το μυστήριο που συνοδεύει την εξαφάνιση της Πόλα Ζαν Ουέλντεν. Όσο έρχεται περισσότερο κοντά με τη Ρόουζ και την πατρονάρει με σκοπό να καλύψει τις δικές της επιθυμίες και ανασφάλειες, μα και για να τη χειραφετήσει. Αφορμών δοθεισών, λοιπόν, η Ελίζαμπεθ Μος αποτυπώνει την αβεβαιότητα της καλλιτεχνικής δημιουργίας, την επικινδυνότητα της ελεύθερης σκέψης, την τοξικότητα της συζυγικής σχέσης, την ευχαρίστηση της ομοφυλόφιλης προσέγγισης, τον χλευασμό της αστικής τάξης, καθώς και μια σειρά από έτερα αισθήματα, σε εκείνον που δικαιολογημένα λογίζεται από τους κριτικούς ως ένας από τους καλύτερούς της κινηματογραφικούς ρόλους.

Η Ελίζαμπεθ Μος, πάντως δεν είναι μόνη, στο πλευρό της έχει δύο αξιόλογους ηθοποιούς που την ακομπανιάρουν εκπληκτικά. Αφενός, ο δυστυχώς ακόμη παραγνωρισμένος Μάικλ Στούλμπαργκ που παριστάνει με διαβολικό κέφι και μπρίο τον σύζυγό της Σίρλεϊ Χ. Τζάκσον. Τον Στάνλεϋ Έντγκαρ Χάυμαν που όχι μονάχα είναι αναγνωρισμένος στον χώρο του και δεν έχει λυγίσει από την ευθύνη που φέρει αυτό το βάρος, αλλά είναι και φύσει κοινωνικός και διαχυτικός άνθρωπος. Τόσο πολύ που ως άρρεν καθηγητής δεν δειλιάζει να φλερτάρει και να έχει απροκάλυπτα ερωμένες. Σημείο που δίνει την ευκαιρία στο ζευγάρι να παρουσιάσει μια συγκρουσιακή διαλεκτική ικανή να μην αφήσει κάτι όρθιο – άλλο που η όποια κατάληξη πιο πολύ υπονοείται παρά παρασταίνεται στην οθόνη. Έχει μια υπεροχή ο ρόλος του Μάικλ Στούλμπαργκ, ακόμη και πνευματική, τέτοια που του επιτρέπει να μη διστάζει να υποδείξει την κατεύθυνση που θα πρέπει να ακολουθηθεί, ή και να εξωτερικεύσει συναισθήματα που αποτιμώνται ποταπά. Σε κάθε περίσταση, ο ίδιος καταφέρνει να αγκαλιάσει τον χαρακτήρα του και σε στιγμές να κλέψει την παράσταση. Αφετέρου, η Οντέσα Γιούνγκ που ως Ρόουζ, εκτός από σύζυγος του Φρεντ αποτελεί τη μούσα και το αντικείμενο του πόθου της Σίρλεϊ. Τη συνεσταλμένη, ανίδεη και υποταγμένη γυναίκα που χωρίς να το έχει βάλει σκοπό βγάζει από τον δημιουργικό και διεγερτικό λήθαργο τη Σίρλεϊ. Τη γυναίκα που επίσης επηρεάζεται από την αφοπλιστική παρουσία της συγγραφέως και μεταμορφώνεται σε ένα πιο ανοιχτό, υποψιασμένο και σθεναρό ον, γεγονός που δίνει τη δυνατότητα στην Οντέσα Γιανγκ, να εμφανίσει δείγματα του ταλέντου της και να υποστηρίξει με επάρκεια την Ελίζαμπεθ Μος.

Share