Οι Αναστατωσεις Του Οικοτροφου Τερλες

Ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας (‘Οι αναστατώσεις του οικότροφου Τέρλες’ του Αυστριακού συγγραφέως, Ρόμπερτ Μούζιλ), σύμφωνα με τη λίστα που συνέταξε και γνωστοποίησε η γερμανική εφημερίδα ‘Die Zeit‘, μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στο θέατρο Πόρτα (Φεβρουάριος – Απρίλιος 2016) από την πολλά υποσχόμενη σκηνοθέτιδα Ιωάννα Μαυραγάνη (αντιπροσωπευτικά της έργα είναι η ‘Πολεοδομία #4: Η ταράτσα του Αυτόχειρα, 2011 και ‘Το Γήρας Ένα Χρονικό‘, 2015) και συνεχίστηκε για λίγες, επιπλέον παραστάσεις, το φθινόπωρο του ίδιου έτους (Οκτώβριος – Νοέμβριος). Τ’ ότι το εν λόγω ανέβασμα βραβεύτηκε και με τα δύο πολυτιμότερα βραβεία (Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Παράστασης της Χρονιάς) των Queer Theater Awards V, κατά τη διάρκεια του ετήσιου Athens Pride Week, είναι εμφαντικό της επιτυχίας και του χαρακτήρα της παράστασης από μια αποφασιστική κοινότητα που αναζητεί αδιαλείπτως την καλλιτεχνική εκπροσώπηση και τη δημιουργική έκφραση μέσα από τις παραστατικές τέχνες. Μόνο που όσο ενδιαφέρον και αν φαντάζει το να μεταφερθεί ένα πολύκροτο μυθιστόρημα, που παρουσιάζει την απότομη και σκληρή ενηλικίωση ενός ευκατάστατου οικότροφου σε μια στρατιωτική σχολή, κάποιες από τις σκηνοθετικές και ερμηνευτικές επιλογές, αποδυναμώνουν τον φιλοσοφημένο λόγο του πρωτότυπου κειμένου και την ατμοσφαιρική αντιμετώπιση της απογυμνωμένης σκηνής χάριν εντυπωσιασμού. Δεν είναι ότι η κακοποίηση (ψυχολογική, σωματική και σεξουαλική) δεν είναι ζήτημα με το οποίο καταπιάνεται κατά κύριο λόγο και το ομώνυμο βιβλίο είναι ότι προτιμάει να επενδύσει περισσότερο στην περιγραφή – αναπαράσταση των αποτρόπαιων πράξεων και να μετατρέψει σε ενιαίο, επιτηδευμένο σχήμα, την προσωπικότητα του κάθε χαρακτήρα από το να στοχαστεί χαμηλόφωνα και να αναδείξει τις εκφάνσεις του καθενός.

Οι αναστατώσεις του οικότροφου Τέρλες‘ (1906) αποτελούν το πρώτο βιβλίο που έγραψε ο Ρόμπερτ Μούζιλ και δεν είναι καθόλου αιφνίδιο που θεωρείται μαζί με το τελευταίο έργο  του, ‘Ο Άνθρωπος χωρίς Ιδιότητες‘ (1930 – 1943), ως το πιο σπουδαίο. Έχοντας σταλεί και ο ίδιος έγκλειστος σε στρατιωτική σχολή (όσες οικογένειες είχαν κύρος και διέθεταν χρήματα, έστελναν τα αγόρια τους σε τέτοιες σχολές) δεν θα μπορούσε να περιγράψει καλύτερα τα γεγονότα που βίωσε (ή φαντασιώθηκε) και το αρτηριοσκληρωτικό, απόλυτα πειθαρχημένο, περιβάλλον ενός τέτοιου χώρου, από τον τρόπο με τον οποίο τα μετέφερε στο μυθιστόρημα αυτό. Πρωταγωνιστής του τελευταίου είναι ο Τέρλες (Διαμαντής Αδαμαντίδης), γόνος μιας πλούσιας οικογένειας, ο οποίος θα οδηγηθεί σε ένα τέτοιο ίδρυμα και η παράσταση εκκινεί από το σημείο εκείνο που αποχαιρετά τους γονείς και καταλήγει (παρά τη θέληση του) εκεί.

Η αγάπη της μητέρας και η αγωνία να διασφαλίσει πως ο γιος της δεν θα διαφθαρεί από τις ανούσιες προκλήσεις του εξωτερικού περιβάλλοντος, θα την κάνουν να αφήσει το παιδί της σε ένα μέρος που υπόσχεται, πως θα το διαπαιδαγωγήσει και εφοδιάσει ανάλογα. Ήδη από τα πρώτα λεπτά, όπου και οι τέσσερις ηθοποιοί ευρίσκονται παραταγμένοι στο μπροστινό μέρος της σκηνής, δίδεται το στίγμα με τον οποίο έχει προσαρμοστεί το απαιτητικό κείμενο στο θεατρικό σανίδι (η διασκευή έχει γίνει από την ίδια τη σκηνοθέτιδα). Δεν είναι μόνο, ο Τέρλες, που διηγείται το πως κατέληξε στο ίδρυμα αυτό ή και τις αρχικές του εντυπώσεις, μα και οι άλλοι τρεις χαρακτήρες που πράττουν το ίδιο για λογαριασμό του. Κάθε φορά που λέει κάτι, ο Τέρλες, αυτοί γίνονται αναπόσπαστο μέρος της προσωπικής του αφήγησης: είτε αναμένοντας να ολοκληρώσει όσα αναφέρει είτε διακόπτοντας και επαναλαμβάνοντας τα πιο καίρια σημεία από αυτά. Η γλαφυρή περιγραφή χαρακτηρίζει την παράσταση και αυτό είναι κάτι που γίνεται εμφανές αμέσως, το ίδιο και η αλληλοσυμπλήρωση των χαρακτήρων. Και αν το πρώτο είναι κάτι αναμενόμενο, ένεκα και των μετρημένων διαλογικών μερών του βιβλίου, το δεύτερο είναι μια προτίμηση, που όσο ο θεατής γνωρίζει τους χαρακτήρες και η ιστορία εξελίσσεται, τόσο αντί να έρχεται πιο κοντά στη ψυχοσύσταση των ατόμων, εκείνος απομακρύνεται. Το γεγονός, πως οι ηθοποιοί μεταβάλλουν ανά συχνά χρονικά διαστήματα, το ύφος, τη στάση ή τη φωνή, ανάλογα με τον χαρακτήρα που υποδύονται, δεν βοηθάει τον θεατή να κατανοήσει το υπόβαθρο του καθενός, πολλώ δε μάλλον, να συνδεθεί μαζί τους.

Η μελαγχολία της πρώτης περιόδου, πάντως, αποδίδεται υπέροχα σε ένα δειλινό, έτσι όπως αυτό επιτυγχάνεται, μέσα από τη νοσταλγική περιγραφή και τη χρήση μιας λάμπας. Το ίδιο και ένας ομοφυλοφιλικός υπαινιγμός ανάμεσα στον Τέρλες και τον Μπάινεμπεργκ (Βασίλης Σοφός), που όμως θα μείνει ως τέτοιος. Τ’ ότι οι δυο τους θα αναζητήσουν την ικανοποίηση και τη συντροφικότητα σε μια κακόφημη συνοικία θα είναι κάμποσο για να παρουσιάσει τις διαφορές των δύο. Πολύ πιο έμπειρος και ανοιχτός, ο Μπάινεμπεργκ θα βρει τον τρόπο για να ευχαριστήσει τις ερωτικές του ορέξεις, σε αντίθεση με τον Τέρλες, που θα φανεί άπειρος και ντροπαλός και το μόνο που θα κατορθώσει είναι να καταβυθιστεί στη ζεστή αγκαλιά της πόρνης Μπόζενα (Γρηγόρης Μπαλάς). Παρά τις ανομοιότητες, σε αυτή την τόσο δουλεμένη, αλλά και παρατραβηγμένη σεκάνς (η συνομιλία της Μπόζενα τελείται κατά τη διάρκεια της ερωτικής της ένωσης με τον Μπάινεμπεργκ), τα δυο αγόρια θα ενδώσουν στα κελεύσματά της και για λίγο θα δραπετεύσουν από το αυστηρό περιβάλλον του ιδρύματος. Η επιστροφή σε αυτό δεν θα είναι ασήμαντη, όχι από τη στιγμή που θα εμφανιστεί ο Ράιτινγκ (Μπλερίμ Δαμπιράι), για να τους πληροφορήσει πως κάποιος από τους οικότροφους τους κατέκλεψε.

Βλοσυρός και κακότροπος ο Ράιτινγκ, θα κατορθώσει να πείσει τους συμμαθητές του, πως αυτός ο οποίος έκλεψε τα πράγματα τους, δεν είναι άλλος από τον καχεκτικό και χαμηλών τόνων, Μπαζίνι (Γρηγόρης Μπαλάς). Με τέτοια βεβαιότητα θα τον υποδείξει, που οι άλλοι, δεν θα μπορέσουν να υποβάλλουν αντίθετη άποψη. Στην πρόταση του να τον τιμωρήσουν οι ίδιοι και όχι να τον παραδώσουν στη διεύθυνση του ιδρύματος, όπως οφείλουν, ο μόνος ο οποίος θα προβάλει στοιχειώδη αντίδραση θα είναι ο Τέρλες. Γρήγορα, όμως, ο Ράιτινγκ, θα χρησιμοποιήσει ατράνταχτα επιχειρήματα, τέτοια που να είναι ικανά να κάμψουν και τη στάση τούτου. Αυτό που έντεχνα, αποκρύπτει ο Ράιτινγκ, πάντως, είναι πως ο λόγος για τον οποίο θέλει να παραμείνει ο Μπαζίνι στο χώρο του οικοτροφείου είναι για να ικανοποιήσει τις αρρωστημένες του επιθυμίες. Δεν είναι μονάχα, ότι επιθυμεί να τον χρησιμοποιήσει για να διασκεδάσει ή για να δείξει το ποιος έχει τον έλεγχο στο ίδρυμα, μα και γιατί έχει αρκετά απωθημένα. Τ΄ ότι όλοι τους βρίσκονται σε μια σχολή, η οποία επιβάλλει την πειθαρχία και την τιμωρία στους ατιθάσευτους, ως κυρίαρχο εργαλείο επιμόρφωσης και μάλιστα στην πιο ευαίσθητη ηλικία, εντείνει την αίσθηση του ανικανοποίητου και καταλήγει να δημιουργεί καταστάσεις που είναι τόσο οριακές και αμφίσημες όσο αυτές ενός βίαιου εξαναγκασμού. Σε δυο συγκλονιστικά, εξόχως παραστατικά στιγμιότυπα, ικανά να δοκιμάσουν τις αντοχές των θεατών (δεν είναι το γυμνό αυτό που σοκάρει, αλλά η εκτεταμένη βία που ασκείται στο αβοήθητο σώμα του κατηγορούμενου οικότροφου), ο Μπαζίνι, θα πέσει θύμα συνεχόμενης κακοποίησης, τόσο από τον Ράιτινγκ όσο και από τον Μπάινεμπεργκ. Στο πρώτο από αυτά θα βρεθεί μόνος με τον Ράιτινγκ, ενώ στο δεύτερο εκτός από αυτόν θα συμμετάσχει ενεργά και ο Μπάινεμπεργκ. Ο τελευταίος, θα παρασύρει τον Τέρλες σε αυτό το περιστατικό και θα τον εντάξει με μέθοδο που να μην μπορεί να υπαναχωρήσει. Κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του σιωπηλού Τέρλες, και οι δύο θα επιδοθούν σε ένα κρεσέντο αδυσώπητης βιαιότητας.

Ο Τέρλες, αδυνατώντας να δει με ευκρίνεια και αντικειμενικά ή για να τεθεί πιο σωστά, μην επιθυμώντας να αντιδράσει, θα γίνει παρατηρητής ενός εξευτελισμού, ο οποίος επηρεάζει ολοκληρωτικά και τον ίδιο, καθώς υποβιβάζει και τη δική του αξιοπρέπεια με τη στάση που επιλέγει να κρατήσει. Θα σιωπήσει μπροστά στο καθήκον και έτσι θα εξομοιωθεί με όσους προτάσσουν την αποκατάσταση της τάξης, μέσα από την αποκτήνωση. Μπορεί οι δικοί του άνθρωποι να τον έβαλαν εκεί, για να διδαχθεί το πως να γίνει απαραίτητος και ξεχωριστός, αποδεικνύεται όμως πως, όπως και στην αληθινή ζωή, αυτό είναι κάτι που δύσκολα μπορεί να πραγματοποιηθεί με κανόνες ηθικής, όταν καταδυναστεύονται τα ανθρώπινα ένστικτα και επιβάλλονται οδυνηρά μέτρα που μπορούν να προκαλέσουν ανεπιθύμητες αντιδράσεις.

Εκείνο που πρωτίστως, προσπαθεί να διαφυλάξει ο Τέρλες, πάντως, είναι η υπόληψη και η φήμη της αναγνωρίσιμης οικογένειάς του. Σε μια σκηνή, η οποία παραείναι εκκωφαντική (ο Διαμαντής Αδαμαντίδης μιλάει ακατάπαυστα και με τέτοια μανιασμένη ένταση στο κέντρο της θεατρικής σκηνής, που χάνεται η καθαρότητα και η σημασία των λέξεων), ο Τέρλες, θα μονολογήσει για όλα όσα βίωσε (ο βιασμός του Μπαζίνι), μόνο και μόνο, για να αποδεχθεί την κατάσταση και να συνεχίσει να ζει στο οικοτροφείο, σαν να μην έχει συμβεί το γεγονός. Ηθικά και σεξουαλικά συγχυσμένος, θα δώσει τεράστιο εσωτερικό αγώνα, για να αγνοήσει την πραγματικότητα. Μολοταύτα, πριν εθελοτυφλήσει επιδεικτικά, παρόλη τη συστολή, θα αισθανθεί μια ακατανίκητη σεξουαλική διέγερση για τον Μπαζίνι, και όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό αυτό είναι κάτι που θα επιχειρήσει να το εξωτερικεύσει. Ο διστακτικός τρόπος με τον οποίο επιλέγει να τον πλησιάσει είναι ενδεικτικός του συνεσταλμένου του χαρακτήρα, το ίδιο και η αντίδρασή του, μόλις ο Μπαζίνι δείξει πως είναι διαθέσιμος. Στην προσπάθεια του να κατανοήσει, γιατί μένει απαθής και επιδέχεται όλα τούτα τα χλευαστικά και επίπονα χτυπήματα, ο Τέρλες δεν θα εκλάβει ξεκάθαρες απαντήσεις, ίσως η ίδια η σφοδρότητα των ενεργειών σε ένα τόσο περιορισμένο και δεσποτικό οικοτροφείο να είναι επαρκής, για κάτι τέτοιο. Το γεγονός, πως και αυτός έφτασε στο αξιοκατάκριτο σημείο να του συμπεριφερθεί με παρεμφερή τρόπο, δείχνει  πως στο ανδροκρατούμενο και σκληραγωγημένο περιβάλλον της στρατιωτικής σχολής κανείς δεν μπορεί να παραμείνει ανεπηρέαστος, τοσούτω μάλλον, όταν δημιουργούνται μικροομάδες, όπου επικρατεί με αμφιλεγόμενες μεθόδους, το δίκαιο του ισχυρού. Ο ήρωάς μας, όπως και οι άλλοι χαρακτήρες, ανακαλύπτουν κάτω από τις πιο αυταρχικές συνθήκες τη θεοσκότεινη πλευρά του εαυτού τους, το ότι θα προτιμήσουν έναν πολύ πιο καλόβολο, κεκαλυμμένο ορθολογισμό για τα δικά τους ανοσιουργήματα, θα είναι αντιπροσωπευτικό του δρόμου που θα ακολουθήσουν και στη μετέπειτα πορεία της ζωής.

Με μια τόσο προγνωστική (ολοκληρωτικά καθεστώτα) και επίκαιρη θεματολογία (σχολικός εκφοβισμός) είναι κρίμα που επιλέγεται μια πιο απλουστευτική κατεύθυνση, ώστε να γίνει αντιληπτό το κείμενο. Η ανήθικη επιρρέπεια και η ηδύτητα του κακού, παρουσιάζονται με μονοδιάστατο τρόπο, αποκρύπτοντας τους σύνθετους δαιδάλους της ανθρώπινης φύσης. Ακόμη και έτσι, όσο αναγνώσιμο δείχνει να είναι το κεντρικό πρόσωπο, τόσο ασαφείς είναι οι καλλιτεχνικές προθέσεις της σκηνοθέτιδας που περισσότερο επενδύει στην πρόκληση και τη δημιουργία ενός ρεαλιστικού αντίκτυπου, κατάλληλου να εκβιάσει το συναίσθημα. Διότι, πως αλλιώς, θα μπορούσε να ερμηνευτεί το γεγονός, πως τα στιγμιότυπα της κακοποίησης αποδίδονται με πιστότητα και διάρκεια πολύ μεγαλύτερη, απ’ όση πραγματικά χρειάζονται. Συνάμα, δίνοντας περισσότερο την αίσθηση ενός αδιάσπαστου συνόλου, παρά αυτόνομων και ολοκληρωμένων μονάδων, οι τέσσερις ερμηνευτές, όσο αλάνθαστοι και συγχρονισμένοι κι αν είναι (στην εξαίρετη επιμέλεια της κίνησης βρίσκεται, η Ρομάνα Λόμπατς), έχουν λίγες ατομικές στιγμές, για να γνωρίσει το κοινό τους χαρακτήρες που υποδύονται. Εκεί, πάντως, που τα καταφέρνει καλύτερα η Ιωάννα Μαυραγάνη, είναι στο πως έχει χειριστεί τη σκηνή: δίχως κανένα αντικείμενο, η σκηνογράφος Άρτεμις Φλέσσα (υπεύθυνη και για την ομότυπη στρατιωτική περιβολή) παρά μόνο με την παρουσία κρεμάμενων λαμπών, οριοθετεί μαζί με τον φωτιστή Τάσο Παλαιορούτα, έναν χώρο, που από τη μια μπορεί να μεταμορφωθεί στο καταγώγιο της Μπόζενα και από την άλλη στην καμάρα που λαμβάνουν μέρος, οι ειδεχθείς πράξεις. Ως εκ τούτου, ο συντονισμένος τρόπος με τον οποίο ανάβουν και μετακινούνται οι δεκαπέντε γυμνοί γλόμποι, φωτίζει ή συσκοτίζει τις ενέργειες αυτές, προκαλεί τη φαντασία του θεατή και μεταφέρει την ιδιαίτερα ασφυκτική αίσθηση του σκοταδερού οικοτροφείου.

Share