Κατερινα

Μετά από τρία χρόνια, θριαμβευτικής πορείας (περισσότεροι από 45.000 θεατές έχουν ήδη δώσει το παρών), η παράσταση ‘Κατερίνα‘, επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη (Θέατρο Εγνατία) και την Αθήνα (Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου), με έναν νέο κύκλο. Είναι τόσο ορμητική η δύναμη, αφοπλιστική η μεταδοτικότητα και συγκινησιακή η φόρτιση που συνακολουθεί τη συγκεκριμένη παράσταση, που δικαιολογείται αυτή η επιτυχία. Προς αυτή την κατεύθυνση, συνηγορούν και τα δύο σημαντικά βραβεία (3ο βραβείο Γυναικείου Ρόλου και το αντίστοιχο στην κατηγορία της Μουσικής Σύνθεσης) με τα οποία την φιλοδώρησε το θεατρόφιλο κοινό στον ετήσιο θεσμό που διοργανώνει το Αθηνόραμα (Νοέμβριος του 2015). Βασισμένος στο εξομολογητικό, ‘Το Βιβλίο Της Κατερίνας‘ του Αύγουστου Κορτώ (2013), ο πολυπράγμονας σκηνοθέτης και ηθοποιός Γιώργος Νανούρης (σε συμπληρωτική διανομή στο Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου, μεταφέρει και σκηνοθετεί το διήγημα του Λέοντος Τολστόι, ‘Αφέντης και Δούλος‘), επιστρατεύει τη σταθερά καλή σε απαιτητικούς ρόλους, Λένα Παπαληγούρα (ως εκδιδόμενη μετανάστρια στο ‘Ξένος: Αόρατη Όλγα, Άουστρας Ή Η Αγριάδα‘ των Γιάννη Τσίρου & Λένας Κιτσοπούλου ή ως ψυχολογικά κακοποιημένη στα ‘Ερείπια‘ της Σάρα Κέιν) και τον ιδιαίτερο μουσικό Λόλεκ, για να εμφυσήσει ζωή στις σπαραξικάρδιες σελίδες που ο ίδιος διασκεύασε υποδειγματικά. Υπό μορφή, αντισυμβατικού μονόλογου, παρουσιάζεται ο πολυκύμαντος βίος της δυσπροσάρμοστης Κατερίνας, ενός σχιζοφρενικού χαρακτήρα, που παρά τις ανυπέρβλητες δυσχέρειες και το αποτροπιαστικό τέλος που είχε, κατόρθωσε να μεταδώσει στοργή στον μονάκριβό της γιο (τον προαναφερόμενο, εγνωσμένο συγγραφέα).

Μπορεί, η Κατερίνα Χατζοπούλου να αποχώρησε μόλις στα 35 της (αφού πρώτα έδωσε την προσωπική της μάχη) και να αποχαιρέτησε με τον τρόπο που αναφέρεται, τον γιο που τόσο αγαπούσε, και ο εν λόγω συγγραφέας όμως, κατά μια έννοια, πράττει κάτι παρόμοιο. Μέσα από το βιβλίο που έγραψε και έχει στο επίκεντρο αυτή την ταλαίπωρη γυναίκα, αποτίνει το δικό του αντίο. Έναν μυθιστορηματικό χαιρετισμό με αστείρευτα αποθέματα, ανιδιοτελούς αγάπης. Τούτο δεν σημαίνει, βέβαια, πως επιθυμεί να τη λησμονήσει (πώς θα μπορούσε;). Επιχειρεί να τακτοποιήσει τον λογισμό, να διαχειριστεί το συναίσθημα, να διδαχθεί από την κληροδοτούμενη αρρώστια της μητέρας και να δώσει τον προσωπικό του αγώνα. Πράγματι, είναι συγκινητικός ο τρόπος που την ανακαλεί, είναι όμως και θαρραλέο, το πως προσπαθεί να αντιμετωπίσει ένα επίπονο και καθοριστικό κεφάλαιο της ζωής του. Ο Αύγουστος Κορτώ έριξε άφθονο φως στο σκοτάδι που διέτρεχε τον εσωτερικό διάκοσμο της Κατερίνας, το ίδιο κατάφερε με επιτυχία να περατώσει και ο Γιώργος Νανούρης. Και αυτό όσο δραματουργικά αβανταδόρικο και αν φαίνεται, δεν θα έπρεπε να θεωρείται καθόλου άκοπο και αυτονόητο.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και η εναρκτήρια αφήγηση (πάντα σε πρώτο πρόσωπο) στο σχετικό ανάγνωσμα, ‘Η ιστορία μου αρχίζει από το τέλος, το δικό της και το δικό μου’. Με το μυθιστόρημα στα χέρια της Λένας Παπαληγούρα, τον τραγουδοποιό Λόλεκ με την κιθάρα του λίγο πιο δίπλα και τον Γιώργο Νανούρη να κρατά έναν από τους τρεις μικρούς φακούς, σε ένα υπερβολικά απέριττο σκηνικό (ένας πιτσιλωτός τοίχος και ένα υπερυψωμένο βάθρο) εκκινεί η παράσταση. Σαν δοκιμαστικός έλεγχος (μέχρι ο καθένας να βρει το πατήματα του), κάποιες φράσεις που συνηγορούν για τον θάνατο της Κατερίνας, θα ηχήσουν επαναληπτικά και μονότονα από το στόμα της ηθοποιού. Μόλις όμως, ο σκηνοθέτης δώσει τα απαραίτητα κελεύσματα (που προσημαίνουν τον τρόπο με τον οποίο θα επιτελεστεί το ανέβασμα) και η σκηνή παραδοθεί προσωρινά, στην ημι-φωτεινότητα ενός φακού και τον μελωδικό σκοπό του Λόλεκ, η Λένα Παπαληγούρα θα ξεκινήσει την καταβύθισή της στον ψυχισμό αυτού του ανθρώπου. Οι σημαντικότερες στιγμές του αναπάντεχου βίου της Κατερίνας παρελαύνουν από το θεατρικό σανίδι και όλες προσπαθούν να μεταδώσουν τη μαρτυρική, αναπόδραστη αρρώστια, που κουβαλούσε από πολύ μικρή ηλικία. Τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια, δεν θα μπορούσαν να είναι αθώα και ξέγνοιαστα, όχι για ένα παιδί που κληροδότησε τη ψυχική ασθένεια. Σε μια αναγνωριστική εξιστόρηση (τόσο για την ίδια όσο και για τους θεατές), η τρέλα θα σκίσει τα σωθικά της (θαυμάσιος ο παραλληλισμός με την τρυπούλα στο κάθισμα) και μερικές μαύρες, απελπιστικές σκέψεις, θα κάνουν για πρώτη φορά την εμφάνισή τους.

Το αρχικό περιστατικό δεν θα είναι απλά προειδοποιητικό, μιας και θ’ ανοίξει τον εφιαλτικό ασκό του Αιόλου. Σταδιακά και άλλες, ειδεχθείς σκέψεις, θα κάνουν την εμφάνισή τους που μόνο σκοπό θα έχουν να τραυματίσουν ανεπανόρθωτα τη διαμορφούμενη προσωπικότητα της Κατερίνας. Η αντιμετώπιση που θα λάβει από την οικογένειά της, θα είναι αναμενόμενα αναιμική, σε μια εποχή που η ψυχική ασθένεια εμπεριέχει άγνοια και ευνοεί τον κοινωνικό στιγματισμό. Τη στιγμή δε που η Κατερίνα θα συνειδητοποιήσει τη διαφορετικότητά της και πως υπάρχει κάτι που της κατατρώει τα σωθικά, μια μελωδία θα κατακλύσει το σανίδι. Δεν θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστή και ευφάνταστη η αξιοποίηση ενός τραγουδιού, όπως είναι ο ‘Αχινός‘ (από τον δίσκο ‘Αχινός‘) του Λόλεκ. Πόσο μάλλον, όταν αυτό παρουσιάζεται με πιο αφαιρετικό και κλιμακούμενο τρόπο από τη στουντιακή εκτέλεση και ο αλληγορικός του στίχος εκφράζει τον ψυχισμό της ηρωίδας. Όμοια και ο φωτισμός που επιβάλλει με τον φακό, ο Γιώργος Νανούρης. Το παιχνίδισμα των φακών, αρκετές φορές, γίνεται νευρώδες ή καταχρηστικό, στην προκειμένη όμως, παράγει ένα ανατριχιαστικό αποτέλεσμα όταν η σκιά της καταρρακωμένης Κατερίνας απλώνεται στον τοίχο, ενώ φαίνεται να σιγομουρμουρίζει τους απόκρυφους στίχους, ‘μέσα μου έχω έναν αχινό / που μέσα του κρύβει κάτι πολύτιμο’.

Ο Γιώργος Νανούρης επαναλαμβανόμενα χρησιμοποιεί τους ηλεκτρικούς φανούς, όχι μόνο για να ποιήσει ατμόσφαιρα, μα και για να απεικονίσει τη ψυχοπαθολογική διαταραχή που βασανίζει την Κατερίνα. Άλλοτε, με ένταση και ζωηρότητα (σαν να επρόκειτο για στρόμπο), όταν εκείνη βρίσκεται σε ενεργητική κατάσταση (υπερδραστηριότητα), άλλοτε με ηρεμία και στατικότητα (υψηλή ή ασθενική ρύθμιση της φωτεινότητας), όταν εκείνη βρίσκεται σε κατασταλτική κατάσταση (καταθλιπτική συμπτωματολογία). Το σίγουρο είναι πάντως, πως κάθε φορά που επέρχεται το σκοτάδι, οι φακοί αποτελούν τη μοναδική φωτεινή πηγή στον σκηνικό χώρο και πως με αυτόν τον τόσο κατάλληλο τρόπο, ο Γιώργος Νανούρης διαχωρίζει τη σκοτεινάδα και τον παραλογισμό της σχιζοφρένειας από τα ακτινοβόλα γεγονότα και την υπεραισιοδοξία της ζωής (άπλετος ο φωτισμός από τους προβολείς). Την εναλλαγή τούτων των δίπολων, ο σκηνοθέτης τη διαχειρίζεται με σχετική μαεστρία. Σε μια σκηνή, θα αργήσει να επέλθει η αναμενόμενη φωτιστική εναλλαγή (τη στιγμή που έχει συμβεί στον χαρακτήρα της ηρωίδας), αλλά όταν θα συμβεί, θα γίνει με τέτοιο τρόπο που βεβαιώνει την παραπάνω παραδοχή. Τ’ ότι η Κατερίνα έχει την αντίληψη της ψυχολογικής της θέσης (εναισθησία), τα πρώτα χρόνια, ως ένα βαθμό, φαίνεται να τη βοηθάει στο να προχωρήσει τη ζωή της και να παντρευτεί τον άνθρωπο που αγαπά. Η υπερεκτίμηση του εαυτού της, μια ευερεθιστότητα που θα θεριεύσει με τη χρήση φαρμάκων ή ουσιών, θα την οδηγήσει σε μια παρατεταμένη περίοδο υπομανίας που θα κορυφωθεί με τη γέννηση του πολυαγαπημένου της αγοριού.

Ο ερχομός του Πέτρου Χατζόπουλου θα αλλάξει συθέμελα τη ζωή της Κατερίνας και για ένα αξιοσημείωτο χρονικό διάστημα θα την πλημμυρίσει με ανείπωτη ευφροσύνη. Στο αγγελικό πλάσμα θα βρει έναν αναντικατάστατο λόγο για να συνεχίσει να διαβιεί. Συνεπακόλουθα, το κλίμα στην παράσταση θα μεταβληθεί αισθητά και για λίγο θα γίνει πιο καλοδιάθετο και χιουμοριστικό. Παρά την προσπάθεια που καταβάλλει, για να τιθασεύσει την δυσεξέλεγκτη και επικίνδυνη φύση της αρρώστιας (ακολουθώντας πάντα κάποια φαρμακευτική αγωγή), η σωστή ανατροφή του παιδιού θα γίνει άμεση και βασική προτεραιότητα. Αυτό που θέλει να εξασφαλίσει ολοψύχως, η Κατερίνα, είναι η ενηλικίωση και η καταξίωση του γιου της. Αλλά και το ίδιο το παιδί επιθυμεί να δει τη μητέρα του να πολεμάει το σαράκι που κατατρώει τη ψυχή της. Τι κι αν στο τέλος, δεν τα καταφέρνει, ο λατρεμένος της γιος βρίσκεται εδώ για να επισημάνει κάθε μικρή, μα θαρραλέα μάχη που έδωσε, σ’ έναν εκ προοιμίου ακαταγώνιστο και δύσκολο αγώνα. Ο συγγραφέας ανακαλεί με ειλικρίνεια τις στιγμές και ο σκηνοθέτης τις μεταφέρει με απόλυτη επίγνωση της μητρικής αγάπης και της βαθιάς κατανόησης του γιου. Η ενθύμηση είναι πληθωρική από συναισθήματα συμπόνιας, ανεκτικότητας και προσμονής και κάτι τέτοιο δημιουργεί στιγμές απαράμιλλης τρυφερότητας στη θεατρική παράσταση.

Είναι όμως στιγμές, όπως αυτή που λυγίζει και υποτροπιάζει επικίνδυνα κάτω από το βάρος μιας κρίσιμης απόφασης (που αφορά μια απροσδόκητη και προβληματική, επιπλέον γέννα) που συντροφεύουν μετά από την ολοκλήρωση της παράστασης τον θεατή (τόσο θεματικά όσο και παραστατικά). Η απαγορευτική, ιατρική γνωμοδότηση, δεν θα αξιολογηθεί σοβαρά από την ασταθή ψυχική κατάσταση της Κατερίνας. Οι λανθασμένοι, παιδαριώδεις χειρισμοί θα την οδηγήσουν σ’ ένα ιδιαίτερα δύσβατο μονοπάτι που στο τέλος θα την κατακρημνίσει. Αδυνατώντας να ξεχωρίσει αυτό που θέλει (η γέννηση) από εκείνο που πρέπει να συμβεί (η άμβλωση), θα συμπεριφερθεί ανεύθυνα και απερίσκεπτα με αναλογικά αποτελέσματα. Το συναισθηματικά φορτισμένο στιγμιότυπο θα αποδοθεί με τέτοια ερμηνευτική σθεναρότητα και πιστότητα από την Λένα Παπαληγούρα που δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας. Η ηθοποιός υπό τον αγωνιώδη τόνο που παράγει το παίξιμο του Λόλεκ (στο πάνω μέρος της ταστιέρας της κιθάρας) και τη μετωπική φωταγώγηση από τον Γιώργο Νανούρη, θα βρεθεί σε μισοπεθαμένη κατάσταση (στο βάθρο) και θα μονολογήσει για τη νέα κακοτυχία. Από το σημείο αυτό, μέχρι εκείνο που θα αυτοκτονήσει, η Κατερίνα θα ακολουθήσει μια καθοδική πορεία, που επί της ουσίας δεν θα έχει επανάκαμψη. Σε όλο τούτο, το οδυνηρό διάστημα, ο γιος θα κάνει ότι μπορεί για να είναι στο πλευρό της πολυβασανισμένης μητέρας και ως την αναπόφευκτη στιγμή θα της επιστρέψει την αγάπη που και εκείνη του πρόσφερε απλόχερα.

Ο Γιάννης Νανούρης διασκευάζει, σκηνοθετεί και επιμελείται τους ειδικούς φωτισμούς της παράστασης. Συνολικά, η προσπάθεια που καταβάλλει, για να αντιμετωπίσει με απρόσμενα φωτιστικά σώματα τον διαρκώς επιδεινούμενο ψυχισμό της ηρωίδας, είναι εξαιρετική. Δεν λείπουν όμως και οι στιγμές που παθιάζεται τόσο πολύ, που το παρακάνει. Κυριότατα, όσον αφορά, τις νευρικές κινήσεις που επιχειρούν να φωτίσουν διαδοχικά, τη στιγμιαία ένταση της ερμηνείας και το αποσπασματικό παίξιμο της μουσικής. Επίσης, η παρουσία του γίνεται κάτι παραπάνω από εμφανής (αρκετές φορές προσεγγίζει την πρωταγωνίστρια) και κρατάω ορισμένες επιφυλάξεις, για το αν έπρεπε να παρεμβαίνει τόσο πολύ σε έναν μονόλογο, που κατά πρώτο λόγο, βασίζεται στον ερμηνευτικό οδοστρωτήρα της Λένας Παπαληγούρα και τη σεναριακή αντιμετώπιση της συγκλονιστικής, εκμυστηρευτικής, πρωτότυπης πηγής. Παρ’ όλα αυτά, η σκηνοθεσία του κρίνεται ευφάνταστη, μιας και διαθέτει αιφνιδιαστικά στοιχεία που διαρρηγνύουν τους παγιωμένους περιορισμούς ενός μονόλογου, ενώ αποκαθιστά και τη σχεδόν μηδαμινή σκηνογραφική αντιμετώπιση της θεατρικής έκτασης. Χάρη στον Γιάννη Νανούρη άλλωστε, ο λόγος της Κατερίνας διαχέεται αυτούσιος από το βιβλίο στο θεατρικό σανίδι, η Λένα Παπαληγούρα προσεγγίζει ευαίσθητες ερμηνευτικές περιοχές και ο Λόλεκ παρεισφρέει στο δίπτυχο, αναλαμβάνοντας με δραματουργικό τρόπο το μουσικό κομμάτι.

Ο ταλαντούχος Λόλεκ, όσο κι αν αρχικώς φαντάζει παράδοξη η συμμετοχή του, εντάσσεται αρμονικά στην παράσταση και διαχειρίζεται με σοβαρότητα το έργο που του έχει ανατεθεί.  Όπως και οι φωτισμοί, έτσι και οι συγχορδίες ακολουθούν μια αδιάπτωτα θραυσματική και μεταβαλλόμενη ρυθμολογία, ισοδύναμη με τη ψυχολογική διακύμανση της Κατερίνας. Από την εναρκτήρια, σταδιακή επανεκτέλεση της επιτυχίας του ‘Αχινός’, μέχρι τη δαιμονισμένη διασκευή στο υπερχρονικό ‘Que Sera, Sera (Whatever Will Be, Will Be)‘, ο Λόλεκ δεν παίζει απλώς μουσική αλλά αφουγκράζεται και ακολουθεί (σχεδόν ατάραχος) τις μεταστροφές της ηρωίδας και την εξέλιξη της ιστορίας. Άλλοτε με παλλόμενα χτυπήματα στο ξύλινο πλαίσιο της κιθάρας (γάμος), άλλοτε με απειλητικά γρατζουνίσματα στο επάνω μέρος της ταστιέρας (άμβλωση), η χρήση της κιθάρας γίνεται με τέτοια μέθοδο, ώστε να επιτελεί αυτό το σκοπό. Ο Λόλεκ, πάντως, δεν παραμένει ουδέτερος καθ ‘όλη τη διάρκεια της παράστασης, μιας και δεν είναι λίγες οι φορές που σιγοντάρει (τραγουδιστικά) την εκρηκτική εμφάνιση της Λένας Παπαληγούρα. Οι στιγμές αυτές, όμως, ενώ δημιουργούν μια ενδιαφέρουσα συνδιαλλαγή, καταλήγουν να καπελώνουν τον μονόλογο της πρωταγωνίστριας. Από τα πλαϊνά καθίσματα επί της σκηνής, υπήρξαν τουλάχιστον δύο περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο κοφτός, αγριωπός τραγουδιστικός τρόπος δεν επέτρεπε στα ταυτόχρονα λόγια της ηθοποιού να εισακουστούν δυνατά και καθαρά και αυτό είναι κάτι που συνέβαινε, παρά τη επιστράτευση μικρόφωνου. Να σημειωθεί πως, η σχεδόν αδιάλειπτη παρουσία της μουσικής κάνει επιτακτική τη χρήση του ηλεκτρικού μέσου, δεν ξέρω όμως, εάν θα έπρεπε να συντελείται το ίδιο και για εκείνες τις φορές που η ερμηνεύτρια δεν το χρειάζεται μιας και μονολογεί δίχως καμία παρέμβαση.

Τίποτα από τα παραπάνω όμως, δεν θα ήταν ακριβώς το ίδιο, αν τον πολυσχιδή χαρακτήρα της Κατερίνας δεν αναλάμβανε να τον ερμηνεύσει μια εξαιρετικά ικανή ηθοποιός. Η Λένα Παπαληγούρα υποδύεται την πρόωρα χαμένη Κατερίνα Χατζοπούλου, έναν ρόλο που κατά πως φαίνεται και από την ανταπόκριση της παράστασης, χαρακτηρίζει ήδη, την αξιόλογη καλλιτεχνική της πορεία. Είναι τόσο παραδειγματικός ο τρόπος με τον οποίο τσαλαβουτάει, για να υποδυθεί ένα ανθρώπινο πλάσμα που ταλαιπωρείται από την ασύμμετρη απειλή της ψυχικής του ασθένειας που δε θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά. Η Λένα Παπαληγούρα μεταμορφώνεται στην παρορμητική αυτή γυναίκα, που συνειδητοποιεί την ευθραυστότητα της κατάστασης και τον κλιμακωτό, δυσθυμικό κλυδωνισμό του χαρακτήρα. Τα στιγμιότυπα κατά τα οποία, ευρίσκεται κάτω από τη υπερβολική επίδραση μιας αδιόρατης ευδαιμονίας και περιδιαβαίνει με ενδεικτική ενέργεια τη σκηνή, όπως για παράδειγμα όταν τραγουδάει μια παραποιημένη, αλλοπαρμένη επιτέλεση του ‘Que Sera, Sera (Whatever Will Be, Will Be)’ ή όταν οραματίζεται με χαρά και αισιοδοξία το μέλλον του υπεραγαπημένου της γιου είναι πανέμορφα ερμηνευμένα. Ωστόσο, εκεί όπου αναμφισβήτητα συνταράσσει, είναι όταν έχει κουλουριαστεί (σε όρθια στάση) και περιγράφει με παραληρηματικό τρόπο τον τρόμο που βίωσε όταν αποφάσισε να δει σε κάποιον κινηματογράφο το διαχρονικό, ‘Ποιός Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ’ του Μάικ Νίκολς ή εκείνη όπου έχει καταβαραθρωθεί από τη δυσανάλογη σύμμειξη ποτού και χαπιών, ενώ είναι έγκυος (αρχική απόπειρα αυτοκτονίας). Κάθε φορά, που ο σχιζοφρενικός χαρακτήρας της Κατερίνας κατρακυλάει στα αβυσσαλέα σκοτάδια των προσωπικών και πεσιμιστικών του φαντασιώσεων, η Λένα Παπαληγούρα μεταλλάσσεται με  συγκράτηση και ευαισθησία. Χαρακτηριστικό είναι το πως το πρόσωπο, η κίνηση ή η φωνή της αποκτούν μια βαρυθυμία και αναπροσαρμόζονται στα καταθλιπτικά συμπτώματα και την κατασταλτική επενέργεια των φαρμακευτικών σκευασμάτων. Ως αποτέλεσμα, ο ρόλος της είναι αξιομνημόνευτος, τιμά τη μνήμη της Κατερίνας και εξυψώνει το θεατρικό σύνολο.

Share