Η Αφιξη

Στο παραγνωρισμένο είδος της επιστημονικής φαντασίας, δεν είναι αρκετές οι ταινίες που να αναγνωρίζονται για κάτι περισσότερο από τα οπτικά και ηχητικά τους εφέ. Πόσο μάλλον, όταν στις περισσότερες των περιπτώσεων, η θεματολογία τους έχει να κάνει με την κάθε άλλο παρά επιθυμητή σύγκρουση με κάποιον προηγμένο εξωγήινο πολιτισμό και η Αμερική δράττεται της ευκαιρίας για να ταυτίσει στο πρόσωπο αυτού, κάποιον κυριολεκτικό εχθρό (Σοβιετική Ένωση, Κίνα). Στις λίγες φορές, που η επιστημονική φαντασία είχε να δώσει κάτι πιο ουσιαστικό από μια ανωφέλευτη επίδειξη εκκωφαντικών εκρήξεων και τερατόμορφων πλασμάτων, ο θεατής ταξίδεψε (στον χώρο και τον χρόνο) και βρέθηκε στις πιο απόμακρες περιοχές του ανεξερεύνητου διαστήματος και του ανθρώπινου μυαλού (‘2001, Η Οδύσσεια του Διαστήματος‘, 1968 και ‘Interstellar‘, 2014) ή παρακολούθησε με τον πιο συμφιλιωτικό και συναισθηματικό τρόπο την πρώτη γνωριμία με έναν τέτοιο πολιτισμό (‘Στενές  Επαφές Τρίτου Τύπου‘, 1977 και ‘Επαφή‘, 1997). Επάξιος διάδοχος, των προαναφερόμενων ταινιών είναι και ‘Η Άφιξη‘ του Καναδού σκηνοθέτη Ντενί Βιλνέβ, η οποία μολονότι φλερτάρει με ορισμένα αμερικανικά κλισέ και την τάση του σκηνοθέτη να ακολουθεί τη μελοδραματική οδό, προσφέρει μια ιδιαίτερα ανανεωτική και στοχαστική ματιά στο ταλαιπωρημένο είδος.

Από τους πιο ταλαντούχους (νεότερους) σκηνοθέτες στο Χόλυγουντ, ο Ντενί Βιλνέβ, έκανε τεράστια αίσθηση πριν από μερικά χρόνια, με τη διηπειρωτική αναζήτηση και αφήγηση της συγκλονιστικής ιστορίας μιας οικογένειας, στο ‘Μέσα από τις Φλόγες‘ (2010), ταινία που του προσέφερε απλόχερα τη δυνατότητα να συνεργαστεί με αξιοζήλευτους συντελεστές και να σκηνοθετήσει ιστορίες σκοτεινής θεματικής επί αμερικανικού εδάφους (απαγωγής και αυτοδικίας στο ‘Prisoners‘, 2013 και διακίνησης ναρκωτικών και διαφθοράς στο ‘Sicario: ο Εκτελεστής‘, 2015). Είναι όμως, με τον δύσκολα ερμηνεύσιμο ‘Άνθρωπο Αντίγραφο‘ (2013), που έδειξε πως μπορεί να αναμετρηθεί με κάτι πολύ πιο απαιτητικό. Ο αρμοστός τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκε το υπαρξιακό και αλληγορικό περιβάλλον του Ζοζέ Σαραμάγκου, φαίνεται πως αποτέλεσε πανίσχυρο διαπιστευτήριο για να κάνει λίγα χρόνια αργότερα, μια ταινία επιστημονικής φαντασίας σαν την ‘Άφιξη’. Τ’ ότι, ο σεναριογράφος της ταινίας,  Έρικ (Άντριου) Χέισερερ διασκεύασε υποδειγματικά μια έξοχη πρώτη ύλη: το πολυβραβευμένο, εικονογραφημένο διήγημα, επιστημονικής φαντασίας, ‘Η Ιστορία της Ζωής σου‘ (1998) του Αμερικανού Τεντ Τσιανγκ (εκ των σημαντικότερων συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας), συνέβαλλε, πάντως, καθοριστικά στο να καταφέρει ο σκηνοθέτης, μαζί με μια ικανή ομάδα συντελεστών να δημιουργήσει κάτι τόσο μεγαλεπήβολο, πολυεπίπεδο και φιλοσοφημένο.

Η υπόθεση του γλωσσικού καθορισμού και της γλωσσικής σχετικότητας του Αμερικανού γλωσσολόγου και ανθρωπολόγου Έντουαρντ Σαπίρ και του διδασκόμενού του Μπέντζαμιν Γουόρφ, η Φιλοσοφία του Ντετερμινισμού, έτσι καθώς θεμελιώθηκε για πρώτη φορά από τον προσωκρατικό φιλόσοφο Δημόκριτο, τον δάσκαλό του Λεύκιππο και συνταυτίστηκε με τη σκέψη σύγχρονων επιστημόνων – στοχαστών (όπως είναι, ο Γαλιλαίος, ο Καρτέσιος και ο Νεύτων), η γλώσσα ως ακρογωνιαία βάση της λεκτικής, γραπτής ή σημειακής επικοινωνίας και η μη ευθυγραμμισμένη αντίληψη του χρόνου είναι όλα όσα βαρυσήμαντα, βρίσκονται, πίσω από την προσπάθεια μιας κορυφαίας γλωσσολόγου – μεταφράστριας (Λουίζ Μπανκς) να έρθει σε επαφή και να κατανοήσει τις αληθινές διαθέσεις των αφιχθέντων εξωγήινων. Η τελευταία, όντας ψηλά στη λίστα των εξεχόντων του επιστημονικού κλάδου, θα κληθεί από την αμερικανική κυβέρνηση να αναλάβει το δυσθεώρητο, μα τιμητικό έργο της περιγραφής και επεξήγησης της άγνωστης γλώσσας, όταν δώδεκα επανδρωμένα αιωρούμενα οχήματα αγνώστου προελεύσεως θα προσγειωθούν σε δώδεκα διαφορετικά σημεία της Γης (από τον Καναδά και την Αμερική ως την Ασία και τη Νέα Ζηλανδία). Αρκεί, κάποιος, να προσέξει τον πρόλογο της ηρωίδας στο ξεκίνημα της ταινίας, για να συνειδητοποιήσει, πως ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο χρόνος και τον αντιλαμβάνεται η πρωταγωνίστρια είναι σχετικός. Η Λουίζ Μπανκς (μια θαυμάσια, Έιμι Άνταμς) προσπαθεί να διαχειριστεί τον δρομολογημένο και αναπόφευκτο θάνατο της κόρης της, εκείνο που δεν αποσαφηνίζεται απολύτως, όμως, είναι το αν το ανεπιθύμητο γεγονός είναι κάτι που έχει ήδη συμβεί ή πρόκειται να τελεστεί.

Έχει τεράστια σημασία, ο θεατής, να δει σφαιρικά όλα τα γεγονότα (η αιφνίδια έλευση των εξωγήινων πλασμάτων, η οπτική επαφή, η απόπειρα για λεκτική επικοινωνία, η ανταλλαγή γνώσης, η λανθασμένη ερμηνεία, η διπλωματική και πολιτική ανικανότητα) που οδήγησαν στο να αμφισβητηθεί η μη γραμμική πορεία του χρόνου (η ανάμειξη του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, κατακλύζει τις αισθήσεις του θεατή στο τελευταίο κομμάτι της ταινίας) και να αποτιμηθεί η αξία του να έχει κάποιος τη δυνατότητα της επιλογής, όσο και αν είναι αναπότρεπτο το αποτέλεσμα (ο θάνατος της αγαπημένης θυγατέρας), σύμφωνα με την απαράβατη αρχή του ντετερμινισμού (η αιτιώδης, αλλεπάλληλη διασύνδεση του κάθε γεγονότος). Στην πραγματικότητα, η άφιξη μιας απροσδιόριστης, μη γήινης ζωής, αποτελεί το πρόσχημα της ταινίας (το οπτικό θέλγητρο) μιας και δίνει το έναυσμα για να έρθουν στην επιφάνεια, οι φιλοσοφικές θεωρήσεις που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο. Διαπίστωση, η οποία αποδεικνύει το πόσο προσεκτικό και σκεπτόμενο είναι το υλικό αυτής της ταινίας και αξιοποιείται στο έπακρο από τις σκηνοθετικές ικανότητες του Ντενί Βιλνέβ.

Ικανότητες, οι οποίες αποκαλύπτονται και στο κομμάτι που αφορά, τη γνωριμία και επαφή με αυτό τον ακαθόριστο πολιτισμό, όπως και στη δημιουργία του κατάλληλου κλίματος. Με μέσο τον αφοσιωμένο χαρακτήρα της Λουίζ Μπανκς (παρά την πληροφορία της άφιξης των εξωγήινων, εκείνη θα συνεχίσει να παρίσταται στην πανεπιστημιακή σχολή που διδάσκει), ο σκηνοθέτης, μας μεταφέρει από το παραλίμνιο, καλοσχεδιασμένο σπίτι που διαμένει, στο σημείο που έχει προσγειωθεί το ένα από τα δώδεκα διαστημόπλοια. Στο ενορχηστρωμένο στην εντέλεια, κομμάτι, της εναέριας μεταφοράς της ηρωίδας και του θεωρητικού φυσικού (Ίαν Ντόνελι) με τον οποίο θα συνεργαστεί, οι λήψεις από το ελικόπτερο κόβουν την ανάσα. Είναι, όμως, η ίδια η θέα του καλοσχεδιασμένου, ελλειπτικού διαστημοπλοίου, ο μετέωρος τρόπος με τον στέκεται αυτό και η ταχύτητα με την οποία τα σύννεφα μετακινούνται και το περιστοιχίζουν σε ισόρροπο συνδυασμό με την υποβλητική μουσική του Ισλανδού συνθέτη Γιόχαν Γιόχανσον, που δημιουργούν κάτι μεγαλειώδες, που διαπερνάει τις αισθήσεις χωρίς να εμπίπτει στο κατώτερο θέαμα. Εντύπωση, η οποία επαναλαμβάνεται και με την είσοδο των πρωταγωνιστών στο σκάφος αυτό: η αργόσυρτη άνοδος από μια σκοταδερή καταπακτή και η κίνηση σε έναν εκτενή προθάλαμο, όπου επικρατούν νόμοι αντίθετοι της βαρύτητας. Σκηνές στις οποίες, η κάμερα εντείνει την αίσθηση του αινιγματικού και από τη μέθοδο με τον οποία κινείται η ίδια (στην αίθουσα υποδοχής, πέρα από τα άλματα των επισκεπτών, η αίσθηση της αντιβαρύτητας επιτυγχάνεται και με την ανεστραμμένη πορεία της κάμερας).

Η στιγμή κατά την οποία, η ανύποπτη Λουίζ Μπανκς, θα βρεθεί για πρώτη φορά μπροστά από μια γυάλινη και ομιχλώδης, διαχωριστική επιφάνεια, δεν ενθουσιάζει μονάχα την ίδια, αλλά και τον θεατή με τον ατμοσφαιρικό τρόπο με τον οποίο εμφανίζονται στην κάμερα, τα επτάποδα όντα. Για την ακρίβεια, κάθε φορά, που η ηρωίδα πηγαίνει στον χώρο αυτό και η ιστορία εξελίσσεται, γιατί επιτυγχάνεται σημαντική πρόοδος στη μεταξύ τους  επικοινωνία, υπάρχει διάχυτη η αίσθηση τούτη. Είναι τόσο εμπνευσμένη, η παρουσίαση των πλασμάτων και υψηλή η νοημοσύνη που θα δείξουν πως διαθέτουν, που δεν θα ήταν δυνατό να συμβεί αλλιώς. Η χρονική – ψυχολογική πίεση, που θα επιδεχθεί η Λουίζ Μπανκς από τα ανώτερα στρατιωτικά στελέχη, για να βρει τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν αυτά τα πλάσματα, πάντως, δεν είναι προϊόν αγνών κινήτρων ή σεναριακής πρωτοτυπίας (η Αμερική βιάζεται να μάθει τον λόγο για τον οποίο ήρθαν στη Γη, πολύ πριν από τη Ρωσία ή την Κίνα). Για να πραγματωθεί αυτό, όμως, η πολύπειρη γλωσσολόγος, θα χρειαστεί να απεκδυθεί τον ειδικό ρουχισμό, να προσεγγίσει την επιφάνεια και να δοκιμάσει αρχετυπικές γλωσσικές τακτικές (ένας πίνακας στον οποίο γράφει βασικές λέξεις, τις εκφέρει, ενώ ταυτόχρονα τις δείχνει).

Πολύ περισσότερο από τις ολιγόλεπτες σκηνές που εξελίσσονται στη Γη και ανακυκλώνουν το φόβο που τρέφει ο άνθρωπος για το άγνωστο και το διαφορετικό με στερεοτυπικό τρόπο είναι τα στιγμιότυπα που εκτυλίσσονται μέσα στο σκάφος, που προκαλούν το ενδιαφέρον.  Η ακατάπαυστη προσπάθεια της ηρωίδας, να βρει τον τρόπο με τον οποίο τα πολυσήμαντα, σπειροειδή σύμβολα που τις παρουσιάζουν τα επτάποδα όντα, μπορούν να ταυτοποιηθούν και να αποκτήσουν το ισοδύναμό τους στη γλώσσα του ανθρώπου, θα έχει αποτέλεσμα. Η εξέταση της σημασιολογικής δομής της γλώσσας δεν θα είναι διαδικασία εύκολη, βέβαια, όχι από τη στιγμή που δεν υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος και οι συνθήκες, για να γίνει πιο προσεκτική και αναλυτική δουλειά. Συνάμα, η ίδια θα χρειαστεί να βρεθεί ουκ ολίγες φορές μπροστά από την προστατεμένη επιφάνεια που βρίσκονται τα άγνωστα πλάσματα, μέχρι να οδηγηθεί σε πιο ασφαλή συμπεράσματα για την ερμηνεία των συμβόλων. Η συνάντηση των ανθρώπων με πλάσματα που δεν χρησιμοποιούν την ομιλία, δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα ειρωνική αντίστιξη, από τη στιγμή που το ανθρώπινο είδος, όχι μονάχα τη χρησιμοποιεί σε διάφορες γλωσσικές παραλλαγές, αλλά τις περισσότερες φορές, δεν ακούει ή δεν κατανοεί τι πραγματικά θέλει να πει κάποιος συνομιλητής. Αντικείμενο μιας τέτοιας παρεξήγησης θα υποπέσουν και οι εξωγήινοι, όταν τους τεθεί το ερώτημα που απασχολεί την ανθρωπότητα (ποιός είναι ο σκοπός της επίσκεψής τους;) και αυτοί απαντήσουν με τρόπο δισήμαντο και κάθε άλλο παρά εφησυχαστικό (για να παραδώσουν κάποιο, μη προσδιορισμένο, όπλο).

Όσο και αν η Λουίζ Μπανκς, ενώ είχε προειδοποιήσει για το ενδεχόμενο μιας ανησυχητικής παρερμηνείας, προσπαθεί και πάλι να εξηγήσει στον Συνταγματάρχη Βέμπερ (ένας τυπικός, Φόρεστ Γουίτακερ), την αμφισβητούμενη θεωρία του Έντουαρντ Σαπίρ και του μαθητή του Μπέντζαμιν Γουόρφ, περί γλωσσικού καθορισμού (σύμφωνα με τούτη, η γλώσσα καθορίζει απόλυτα τον τρόπο σκέψης και πως ενυπάρχει η σοβαρή πιθανότητα κάποια έννοια να μην υπάρχει στη γλώσσα κάποιου και έτσι να μην γίνει αντιληπτή η λέξη που την προσδιορίζει), τόσο εκείνος δεν δείχνει πρόθυμος να την ακούσει. Ως εκ τούτου, ο τρόπος με τον οποίο θα αντιδράσει το ανθρώπινο είδος, δεν θα είναι αδιαίρετος. Ούτως ή άλλως, κάθε κράτος, στο οποίο έχει προσεδαφιστεί κάποιο από τα δώδεκα διαστημόπλοια, είχε στείλει τον δικό του ειδικό γλωσσολόγο για να ανακαλύψει τον σκοπό της προσγείωσης και η στάση της Κίνας (το αντίπαλο δέος), θα αντιμετωπιστεί με επιφυλακτικότητα από τις αμερικανικές αρχές. Η έκκληση των εξωγήινων για συνεργασία όλων των λαών της Γης, δεν θα εισακουστεί: η Κίνα θα απειλήσει με επίθεση το σκάφος που έχει προσγειωθεί στην περιοχή της, ενώ βαθμιαία, οι δώδεκα χώρες θα αρχίσουν να αποχωρούν από την από κοινού απευθείας διασύνδεση.

Η μειωμένη ικανότητα για αμοιβαία συνεργασία, ειρηνική συνύπαρξη, σωστή εκτίμηση και νηφάλια αντιμετώπιση, προδίδει τις ανθρώπινες δυνατότητες και προκαλεί προβληματισμό για την υστερόβουλη, ανταγωνιστική και ανυπόμονη συμπεριφοριστική των πιο ανθεκτικών  κρατών. Η παρέμβαση ενός παράγοντα που θα μπορούσε να προσφέρει λύση σε μία τέτοια κατάσταση, κρίνεται επιβεβλημένη. Η Λουίζ Μπανκς (μαζί με τον στενό της συνεργάτη, Ίαν), θα διακινδυνεύσει τη ζωή της, στην προσπάθειά της να καταλάβει έγκαιρα, την πραγματική σημασία του αντικειμένου που επιθυμούν να κληροδοτήσουν οι εξωγήινοι στους αλαζόνες και αυτοκαταστροφικούς ανθρώπους. Θα γίνει φορέας του κρίσιμου σκοπού που επρόκειτο να επιτελέσει η ίδια η ανθρωπότητα στο μακρινό μέλλον. Γι’ αυτό και η γλωσσολόγος, εκτός από το να ερμηνεύσει και οργανώσει τους μη αναγνωρίσιμους κώδικες επικοινωνίας σε μια γλώσσα που να γίνεται κατανοητή από τους ανθρώπους (ενέργεια από μόνη της αξιέπαινη), αναλαμβάνει και δύο, το ίδιο σημαντικούς και απαιτητικούς ρόλους: αυτού που εργάζεται για την αποκατάσταση της ειρήνης και εκείνου που μεταβιβάζει την ανώτερη γνώση. Πέρα, πάντως, από οποιαδήποτε αναφορά στη στάση που κράτησαν και οφείλουν να επιδείξουν μελλοντικά, οι γήινοι πληθυσμοί, είναι οι ακανόνιστες, χρονικές μετατοπίσεις της θύμησης, που αρχίζουν να κάνουν διακριτά και ολοένα και πιο αποφασιστικά την εμφάνισή τους. Δεν είναι μονάχα τα ονειρέματα που βλέπει η κατάκοπη ή και λιπόθυμη ηρωίδα, αλλά και αυτά που φαίνονται πέρα για πέρα, ως αληθινά. Η παρουσία της ετοιμόγεννης (ή μελλοθάνατης) θυγατέρας, δεν θα μπορούσε να είναι πιο έντονη και οι σκηνές κατά τις οποίες εμφανίζεται δημιουργούν μια ενδιαφέρουσα και πιο συναισθηματική εναλλαγή, γεγονός, που ετοιμάζει και για την ανατροπή που επιφυλάσσει στην ιστορία η μη γραμμική έκβαση των πραμάτων.

Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, παραβάλλονται και αναμειγνύονται με δεξιοτεχνικό τρόπο (υπεύθυνος για το διαδοχικό μοντάζ είναι ο Τζο Γουόκερ), συνθήκη η οποία, κυρίως, βιώνεται, παρά χαρακτηρίζεται. Ο Ντενί Βιλνέβ σκηνοθετεί μια υπερκόσμια κατάσταση, η οποία μόνο με το χωροχρονικό ταξίδι του κυβερνήτη Ντέιβ Μπόουμαν (‘2001, Η Οδύσσεια του Διαστήματος’), της αστρονόμου Έλεανορ Άρογουεϊ (‘Επαφή’) και του πιλότου Κούπερ (‘Interstellar’), μπορεί να αναμετρηθεί. Η διαφορά έγκειται, στο γεγονός, πως το ταξίδι αυτό είναι περισσότερο εγκεφαλικό και υπαινικτικό, παρά διαστρικό και εντυπωσιακό. Η Λουίζ Μπανκς ανασκαλεύει σκορπισμένες αναμνήσεις από το παρελθόν και από ένα μέλλον που αποδεικνύεται πως είναι απαρέγκλιτα προκαθορισμένο για να διαμορφώσει τον παρόντα χρόνο. Συνακόλουθα, τα γεγονότα που λαμβάνουν δράση σε παράλληλο χρονικό διάστημα, από την αρχή ως το τέλος της ταινίας, συναποτελούν θραύσματα μιας πλήρους εμπειρίας.

Η Έιμι Άνταμς ακολουθεί τα χνάρια που εγχάραξε η Τζόντι Φόστερ (ως Έλεανορ Άρογουεϊ στην ‘Επαφή’), παραδίδοντας μια εξίσου συγκλονιστική ερμηνεία. Κάτι τέτοιο δεν θα πρέπει να προξενεί καμία εντύπωση, μιας και τα τελευταία χρόνια έχει αποδείξει αρκετές φορές το πόσο ολοκληρωμένη ηθοποιός είναι [ως φαινομενικά σεμνότυφη σύζυγος στο ‘The Master‘ (2012) και σαγηνευτική απατεώνισσα στον ‘Οδηγό Διαπλοκής‘ (2013)]. Επικεντρωμένη όλη η ταινία επάνω της (ο φακός την ακολουθεί στις περισσότερες λήψεις και ο ρόλος της είναι καλογραμμένος), σε σημείο που να επισκιάζει οποιονδήποτε άλλον χαρακτήρα (οι β’ ρόλοι πάντως, είναι σχεδόν ανύπαρκτοι, ενώ ακόμη και αυτοί που υπάρχουν δεν έχουν ιδιαίτερη εμβάθυνση), δεν θα μπορούσε παρά να διοχετεύσει το αποδεδειγμένο ταλέντο της σε κάθε πλάνο. Ρόλος χαμηλών συχνοτήτων, μα υψηλών συναισθηματικών αποχρώσεων, βασίζεται πολύ στην έκφραση του προσώπου και την ένταση της φωνής. Από το αρχικό πλάνο που τη δείχνει να είναι αποστασιοποιημένη στο άκουσμα της είδησης της άφιξης, μέχρι εκείνο που προσπαθεί γεμάτη αγωνία, περιέργεια και θετική έκπληξη να συνδιαλεχθεί με τα παράξενα πλάσματα, η Έιμι Άνταμς, επιτυγχάνει να σκιαγραφήσει με προσεκτικούς και ψύχραιμους τόνους τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και λειτουργεί η ηρωίδα της. Ξεχωρίζει, η στιγμή, που ψηλαφίζει τους εξωγήινους μπροστά από τη γυάλινη επιφάνεια, καθώς και εκείνη που συναντάται πίσω από αυτή. Αμφότερες εμφανίζουν έναν άνθρωπο πλούσιο σε ευαισθησίες και επικοινωνιακές επιδεξιότητες, τέτοιες που διαπερνούν οποιοδήποτε υλικό εμπόδισμα ή νοηματική αλλοίωση. Η Λουίζ Μπανκς όμως, είναι και μια δυναμική και συνειδητοποιημένη γυναίκα, που δεν υπαναχωρεί όταν οι περιστάσεις το αξιώσουν. Τούτων λεχθέντων, η Έιμι Άνταμς ποιεί έναν αξιομνημόνευτο χαρακτήρα με τον οποίο μπορεί να ταυτιστεί ο θεατής.

Πέρα από τον εξαίρετο τρόπο, με τον οποίο, η Έιμι Άνταμς υποδύεται έναν χαρακτήρα που επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει τη σημασία των διαφορετικών συμβόλων, να συμφιλιώσει τις αντιμαχόμενες μεριές και να διαχειριστεί το προφητικό δώρο που του δόθηκε, είναι και το τεχνικό κομμάτι της ταινίας που διακρίνεται, πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή που μιλάμε για μια ταινία επιστημονικής φαντασίας, που δίνει το περιθώριο να δοκιμαστούν, μερικές ενδιαφέρουσες και αποστομωτικές ιδέες. Όπως είναι τα ίδια, τα υπερμεγέθη, ελλειψοειδή, σκουρόχρωμα και μονολιθικά σκάφη, με τον μινιμαλιστικό, κλειστοφοβικό τους διάκοσμο και τον αντιβαρυτικό τρόπο με τον οποίο γίνεται η εισχώρηση σε τούτα. Το παρουσιαστικό (επηρεασμένο από τα κεφαλόποδα) και η ικανότητα των επτάποδων να δημιουργούν με τη βοήθεια βεντουζών, μελανόμορφα σπειρώματα (κυκλικά λογογράμματα). Ο τρόπος με τον οποίο οργανώθηκε ο περιβάλλοντας χώρος (ο καταυλισμός), γύρω από το διαστημόπλοιο.

Ο Πολ Χότε (στη σκηνογραφία και τη διακόσμηση) και η Πατρίς Βερμέτ (στον σχεδιασμό της παραγωγής), δημιουργούν ένα εξαιρετικό, εξώτερο περιτύλιγμα για την ταινία με πλείστες επιρροές από το γήινο ή μη περιβάλλον (εκτός από τη ζωώδη μορφή των εξωγήινων όντων, τα λογογράμματα δανείζονται την κινησιολογία των δίπτερων, ενώ για την κατασκευή του διαστημικού σκάφους πηγή έμπνευσης αποτέλεσε ο ωοειδής αστεροειδής, 15 Ευνομία), το οποίο, ενισχύουν και οι νεφελώδεις, ποιητικές προτιμήσεις του Μπράντφορντ Γιανγκ. Μέσα από μια υποτονική και εγκόσμια, χρωματική παλέτα, ασυνήθιστη για τέτοιου είδους ταινία, ο διευθυντής φωτογραφίας απέδωσε τη μελαγχολία του ανθρώπινου συναισθήματος (οι σκηνές που έχουν γυριστεί στην κατοικία της ηρωίδας), το μεγαλείο της φύσης (τα σύννεφα που πλησιάζουν και περιτυλίγουν το σκάφος), το μυστηριώδες της άγνωστης προέλευσης (ο σκοτεινός προθάλαμος), το ασαφές του γλωσσικού κώδικα επικοινωνίας και το απρόσμενο των ειλικρινών προθέσεων (το θολερό και λευκόχρωμο του χώρου που βρίσκονται τα όντα). Όσον αφορά τη μουσική της ταινίας, o Γιόχαν Γιόχανσον συνεργάζεται εκ νέου με τον Ντενί Βιλνέβ (έχουν προηγηθεί τα πολύ καλά σκορ για το ‘Prisoners’ και το ‘Sicario: ο Εκτελεστής’) και δημιουργεί ένα από τα καλύτερα σάουντρακ της περασμένης χρονιάς. Αντισυμβατική η προσέγγιση του συνθέτη, επιλέγει μια πολυεπίπεδη ενορχήστρωση, που να ανταποκρίνεται στη φιλοσοφική και συναισθηματική διάσταση της ταινίας. Στα είκοσι, ολιγόλεπτα, μουσικά θέματα που συνέθεσε, υπάρχουν ορισμένες αρκετά ενδιαφέρουσες προτάσεις, σχετικά με τη γλώσσα, την επικοινωνία, τον χρόνο και τη μνήμη. Με πιο αναλυτικές λέξεις, τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τον χρόνο (‘Principle of Least Time‘), το πως η γλώσσα διαμορφώνει τη σκέψη (‘Sapir – Worf‘), τα κάθε λογής βοηθήματα που επιστρατεύονται για τη μετάδοση και πρόσληψη ηχητικών και οπτικών μηνυμάτων (‘First Encounter‘), τη δυνατότητα του νου να ανακατασκευάζει προηγούμενες εμπειρίες (‘Kangaru‘). Όλα αυτά βρίσκουν τους τρόπους να μετουσιωθούν σε ιδιόρρυθμη μουσική και να μεταδώσουν τα βαθυστόχαστα νοήματα.

Ο συνθέτης παρακολούθησε, βήμα προς βήμα, τη διαδικασία της δημιουργίας της ταινίας και τούτο είναι κάτι που γίνεται ορατό, όχι μόνο από τη θεματολογία, αλλά και από το πόσο άρρηκτα συνδεδεμένες είναι οι συνθέσεις με τις εικόνες. Ταυτοχρόνως, είχε τη δημιουργική ελευθερία να πειραματιστεί με τους βόμβους, τα όργανα και τις φωνές. Εν αντιθέσει, με τις περισσότερες ταινίες φαντασίας και τα πομπώδη ορχηστρικά σκορ που διαθέτουν, υπάρχει φωνητική μουσική (χορωδιακά σύνολα ή μονωδιακά μέρη), όχι με τον παραδοσιακό τρόπο, παρά με αυτόν που η φωνή αντιμετωπίζεται σα μουσικό εργαλείο (‘Heptapod B‘). Αποτελεί ευτύχημα, που ο συνθέτης, αποφάσισε να δοκιμάσει και κατόρθωσε να αποδώσει με τους δικούς του όρους, τον λόγο των αναπτυγμένων πλασμάτων (‘Decyphering‘), ούτως ή άλλως, ένα από τα κεντρικά ζητήματα της ταινίας είναι η επικοινωνία και η μέθοδος με την οποία επιτυγχάνεται αυτή (ιδίως, όταν ο συνομιλητής προέρχεται από ένα διαφορετικό μέρος και είναι δύσκολο να προσδιοριστούν οι κοινές γλωσσικές προσλαμβάνουσες). Κλείνοντας, στο σάουντρακ χρησιμοποιούνται και δύο διαφορετικές εκδοχές (η μια είναι εκτελεσμένη από κουαρτέτο εγχόρδων και η δεύτερη από ορχήστρα), μιας αναγνωρίσιμης σύνθεσης (‘On the Nature of Daylight‘) του γερμανικής καταγωγής, εκπροσώπου του σύγχρονου μινιμαλισμού, Μαξ Ρίχτερ. Στρατηγικά τοποθετημένη, στην αρχή και το φινάλε της ταινίας, καταφέρνει να διαφοροποιηθεί από τα άλλα μουσικά θέματα και να ακολουθήσει το συναισθηματικό και επίγειο τέμπο των συγκεκριμένων σκηνών. Μαζί με την παράλληλη εξιστόρηση, σαφηνίζει ότι αποσιωπούταν και λειτουργεί εξαγνιστικά, τόσο για την ηρωίδα όσο και για τον θεατή.

Share