Φωτια Στη Θαλασσα

Εν μέσω των διαρκώς αυξανόμενων, προσφυγικών ροών και μιας ανεύθυνης, διασπαστικής Ευρώπης που λάμβανε μονομερώς αποφάσεις, οι οποίες παραβίαζαν τη διαπεραστικότητα της Συνθήκης Σένγκεν (μεθοριακοί έλεγχοι, κλείσιμο των συνόρων) και το Διεθνές Δίκαιο για τα δικαιώματα των προσφύγων (καθυστερημένη μετεγκατάσταση, άρνηση χορήγησης ασύλου), όχι μόνο όσων έρχονταν από τη διαλυμένη Συρία, αλλά και από άλλες επικίνδυνες εστίες (αραβικές ή αφρικανικές) διεξήχθη το 66ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Βερολίνου. Το πάντοτε ανήσυχο και διερευνητικό φεστιβάλ, δεν θα μπορούσε παρά να έχει στο επίκεντρο των προβολών και των συζητήσεων, το προσφυγικό ζήτημα. Κατά συνέπεια, όταν η Πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής Μέριλ Στριπ και τα υπόλοιπα μέλη, αποφάσισαν να βραβεύσουν με τη Χρυσή Άρκτο, τη ‘Φωτιά στη Θάλασσα‘ του Τζιανφράνκο Ρόζι, τούτο δεν συνέβηκε μόνο, επειδή το διαγωνιστικό πρόγραμμα ήταν μετριότατο (σύμφωνα με τους ειδησεογραφικούς ισχυρισμούς), αλλά και γιατί το τελευταίο πόνημα του Ιταλού σκηνοθέτη ήταν απολύτως προσανατολισμένο στην προσφυγική κρίση, με μέθοδο μάλιστα ουσιαστική και αληθινά κινηματογραφική. Πραγματικά, παρακολουθώντας κάποιος, το άξιο λόγου (μα όχι αψεγάδιαστο) ντοκιμαντέρ, αντιλαμβάνεται πως αυτό επιχειρεί να αναμετρηθεί με την αλήθεια, δίχως να γίνει στιγμή διδακτικό ή να εκμεταλλευθεί το μαρτύριο των προσφύγων, και να αποστείλει ένα ολοκάθαρο, πανανθρώπινο μήνυμα (στην Ευρώπη των περίκλειστων, σιδερόφρακτων ορίων) για τον τρόπο που θα έπρεπε να αντιμετωπίσει το αμφίλογο ζήτημα (η υποδειγματική στάση των φανερών και αθέατων, μόνιμων κατοίκων της Λαμπεντούζας).

Προτού, τα ελληνικά νησιά, συναποτελέσουν το ριψοκίνδυνο μονοπάτι για περισσότερους από 800.000 χιλιάδες Σύρους ή λοιπούς αιτούντες άσυλο, στη Λαμπεντούζα, η μαζικότατη μετακίνηση εξουθενωμένων και διωκόμενων ανθρώπων από αφρικανικές, κυρίως περιοχές, είχε γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας των φιλειρηνικών, Ιταλών νησιωτών. Κινηματογραφημένο εξ ολοκλήρου, στο μεγαλύτερο νησί του συμπλέγματος των Πελαγίων Νήσων (σκόπιμα αναφέρεται, η έκταση, ο πληθυσμός  και η χιλιομετρική απόσταση που το χωρίζει από τη Λιβύη για να γίνει αντιληπτό, το δυσθεώρητο μέγεθος των μεταναστευτικών εισροών), ο Τζιανφράνκο Ρόζι βρέθηκε την κατάλληλη στιγμή στην απομακρυσμένη νήσο, όταν και ξεκίνησαν να καταφθάνουν τα μεγάλα ρεύματα μετανάστευσης (υπολογίζονται σε 450.000 χιλιάδες, εκ των οποίων, οι 15.000 χιλιάδες δεν κατόρθωσαν να διασωθούν από τις λιμενικές αρχές). Επί ενάμιση χρόνο (όσο διήρκησε η διαμονή του συνεργείου στο νησί), ο σκηνοθέτης κατάφερε να έρθει (με διακριτικότητα) σε επαφή, τόσο με τους μετανάστες ή τις αρχές όσο και με μερικούς από τους κατοίκους και έτσι να καταγράψει στην κάμερα μια ταυτόχρονη, εκ διαμέτρου αντίθετη, αλλά αποφαντικά αλληλεπιδραστική πραγματικότητα.

Μοιρασμένο, αφενός στις απελπισμένες προσπάθειες των μεταναστών που αποπειρώνται με κάθε διαθέσιμο, μεταφορικό μέσο (μηχανοκίνητα σκάφη μικρής και μεγάλης διαμέτρου) και κόστος (υπάρχουν οικονομικές / χωρικές διαβαθμίσεις στα μεγαλύτερα πλεούμενα που σε πλείστες περιπτώσεις κρίνουν το αν θα φτάσουν ζωντανοί) να υπεισέρθουν στην ιταλική περίμετρο και αφετέρου στη ράθυμη και επανειλημμένη καθημερινότητα των κατοίκων (το ψάρεμα και η ναυτιλία είναι οι βασικές ασχολίες), το υλικό που συγκέντρωσε ο σκηνοθέτης είναι πλούσιο και τοποθετείται με τέτοιο τρόπο, ώστε καμία από τις δύο οπτικές γωνίες να μην υπερισχύει, το συναίσθημα των θεατών να ισορροπεί (τη λύπη διαδέχεται το χιούμορ) και στο τέλος να αναδεικνύονται όλα εκείνα, τα διαφορετικά ιδιώματα που διαμορφώνουν τη σύγχρονη ταυτότητα της Λαμπεντούζας. Και ενόσω, στην πρώτη περίπτωση τα πρόσωπα που εμφανίζονται είναι αναλώσιμα (χιλιάδες μετανάστες έρχονται αλλά λίγοι παραμένουν), στη δεύτερη, ο σκηνοθέτης προτιμάει να επικεντρωθεί σε μερικούς χαρακτήρες που έχουν τη μόνιμη τους κατοικία στο βραχώδες νησί: ανάμεσα τους, ο 12χρονος, αξιολάτρευτος γιος ενός ψαρά (Σαμουέλ Καρουάνα) κι ο ακατάβλητος γιατρός  του νησιού (Πιέτρο Μπάρτολο). Με τα συγκεκριμένα πρόσωπα, ο θεατής καταφέρνει να συνταυτιστεί, να παρακολουθήσει την ιστορία και να συναισθανθεί πως είναι να βρίσκεσαι σε αυτό το απόμακρο μέρος, όπου τίποτα άλλο πέρα από τα καράβια που φθάνουν (και στη συνέχεια αποχωρούν), τα πελώρια κύματα και τους μετανάστες που ψάχνουν για ένα καλύτερο μέλλον, δεν δείχνει να κινείται.

Τούτη, η πολύ ενδιαφέρουσα αντιπαραβολή (και δυστυχώς, ‘αχίλλειος πτέρνα’ της ταινίας, μιας και δεν αξιοποιεί πάντα με προφανή ή συμπαγή τρόπο τις δύο πλευρές), διαφοροποιεί το ντοκιμαντέρ από σωρεία άλλων που επικεντρώνονται περισσότερο από το επιτρεπόμενο στην ατελείωτη ταλαιπωρία των μεταναστών. Από τα εναρκτήρια, στατικά και μακροσκελή στιγμιότυπα (η παρουσία του μικρού, αξιολάτρευτου Σαμουέλ στην ιταλική ύπαιθρο από τη μία και η κινητοποίηση των αρχών για τον εντοπισμό ναυαγησάντων μεταναστών από την άλλη) γίνεται ευδιάκριτη η κάθε άλλο παρά συγκρουσιακή αυτή αλληλουχία, αλλά και τ’ ότι η αλόγιστη εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου δεν συγκαταλέγεται στις προτεραιότητες του Τζιαφράνκο Ρόζι. Σε ελάχιστες, αναπόφευκτες περιπτώσεις το δράμα περνάει μπροστά και αυτό είναι κάτι που γίνεται με όσο το δυνατόν πιο ψύχραιμο και ισορροπημένο τρόπο (όσο μπορεί να είναι κανείς όταν έρχεται αντιμέτωπος με μια τόσο μεγάλη τραγωδία). Αυτό που τον απασχολεί πιο πολύ είναι να εστιάσει την προσοχή του στα πρόσωπα, ανεξαρτήτως από το εάν αυτά θεωρούνται παροδικό ή αμετάβολο τμήμα του νησιού και έχουν κάτι πολύ σημαντικό να πουν. Επιπρόσθετα, ένας θεμελιώδης, δομικός παράγοντας για τη κατανόηση του ντοκιμαντέρ είναι το γεγονός πως κατά μια ερμηνεία, αναμφισβήτητη πρωταγωνίστρια δεν είναι άλλη από τη Λαμπεντούζα (τα πάντα περιστρέφονται γύρω από το εν λόγω νησί).

Όπως και στο προηγούμενο, επίσης αναγνωρισμένο (με τον Χρυσό Λέοντα στο 70ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας) και ξεχωριστό ντοκιμαντέρ (‘Sacro Gra‘, 2013), ο σκηνοθέτης παρατηρούσε τη γεμάτη από ακυρωμένες υποσχέσεις, καθημερινότητα μιας ομάδας παραγκωνισμένων, που η κοινή τους συνισταμένη είναι η διαβίωση στον ταχύτατο και θορυβώδη αυτοκινητόδρομο που κυκλώνει σαν δαχτυλίδι την ιταλική πρωτεύουσα, έτσι κι εδώ, συμβαίνει κάτι ανάλογο. Η φουρτουνιασμένη θάλασσα περιτριγυρίζει απειλητικά τη Λαμπεντούζα και παρέχει (ή αθετεί) ελπιδοφόρες εγγυήσεις στις ζωές όσων καταφθάνουν, εκείνων που αποχωρούν, αλλά και αυτών που παραμένουν αγκυροβολημένοι εδώ. Γι’ αυτό τον λόγο το συγκλονιστικό τοπίο (φωτογραφημένο εξαιρετικά από τον ίδιο τον Τζιαφράνκο Ρόζι), κατέχει περίοπτη θέση δίπλα στα πρόσωπα που συγκροτούν την πολυμέτωπη ιστορία και προσδίδει μια ποιητικότητα που δεν συναντάται συχνά σε τέτοιου περιεχομένου ταινία τεκμηρίωσης. Η υπόκωφη ένταση, ο εκκωφαντικός αντίκτυπος των καιρικών φαινομένων, η απόλυτη σιωπή, το κελάηδημα ή ακόμη και ένα ρομαντικό τραγούδισμα από το ραδιόφωνο ενισχύουν ακόμη περισσότερο την παράμετρο ετούτη, ενώ σε άλλες στιγμές υποκαθιστούν και τα διαλογικά σημεία. Ο λόγος χρησιμοποιείται, όπου θεωρείται απαραίτητο, όπως στην περίπτωση που η γιαγιά του 12χρονου Σαμουέλ, θυμάται και συγκρίνει την κατάσταση που επικρατεί στην τρικυμιώδη θάλασσα με τον βομβαρδισμό της Λαμπεντούζας (πιθανώς από τις συμμαχικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου). Η φωτιά μπορεί να έδωσε πορτοκαλί χρώμα και να κάλυψε την επιφάνεια της θάλασσας (κατά τη διάρκεια των αιματηρών συγκρούσεων), το ίδιο δείχνει όμως πως κάνει και τώρα, κάθε φορά που κάποιο συνωστισμένο πλοιάριο επιχειρεί να διασχίσει τον απρόβλεπτο διάπλου που ξεκινάει από τη Λιβύη και φτάνει στην Ιταλία, αδιαφορώντας για τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν.

Παραδόξως, η συνεχής, επαναλαμβανόμενη περιπέτεια των μεταναστών, δείχνει να απέχει από τις συζητήσεις και τις δραστηριότητες των κινηματογραφημένων νησιωτών. Εκτός κι αν κάτι τέτοιο έγινε σκόπιμα για να αναδειχθεί το πόσο πολύ έχει απορροφηθεί, μέχρι κι αυτή, η δυσμενέστατη, εξωγενής κατάσταση από την ανιαρή καθημερινότητα της Λαμπεντούζας. Σε μια εξαιρετική σκηνή, που ισχυροποιεί μια τέτοια πιθανότητα, ένας άλλος χαρακτήρας (η θεία του Σαμουέλ) παρακολουθεί το κεντρικό δελτίο ειδήσεων στην τηλεόραση, η αναφορά σ’ ένα πρόσθετο πολύνεκρο ναυάγιο προφανώς και θα την στεναχωρήσει, όχι τόσο πάντως, ώστε να παύσει να επιτελεί με ιεροτελεστικό τρόπο τις εργασίες του σπιτιού. Ενυπάρχει μια φυσική εξοικείωση με τον θαλάσσιο θάνατο στη Λαμπεντούζα και σε αυτό παίζει ρόλο τόσο τ’ ότι οι περισσότερες οικογένειες υπηρετούν μια προαιώνια ναυτική παράδοση όσο και τ’ ότι εδώ και αρκετά χρόνια (από τις αρχές του 2000) το νησί έχει μετατραπεί σε προσωρινό, προσπελάσιμο ορμητήριο για το εξιδανικευμένο, ευρωπαϊκό όνειρο χιλιάδων μεταναστών.

Από αυτό το ενδεικτικό στιγμιότυπο, διαφαίνεται, πως όχι μόνο η πληροφορία του θανάτου (ή και της σωτηρίας) έχει γίνει αδιάρρηκτο απόσπασμα της καθημερινής, νησιωτικής ζωής, αλλά και πως υφίσταται μια παράλληλη κοσμοθεωρία που αντιλαμβάνεται με διαφορετικό σκεπτικό τα γεγονότα. Συγχρόνως, παρόλο που η ναυτική τραγωδία συμβαίνει μόλις μερικά ναυτικά μίλια πιο μακριά, δίδεται η ισχυρή εντύπωση στον θεατή πως πραγματοποιείται σε αρκετά μεγαλύτερη απόσταση. Η παραπάνω αναφορά πάντως, δεν γίνεται τυχαία, μιας και αποτελεί περιεχόμενο εποικοδομητικής διαφωνίας για τους χαρακτήρες που επιλέχθηκαν, όπως και για τον κινηματογραφικό χρόνο που καταλαμβάνουν αθροιστικά στο ντοκιμαντέρ. Η τακτική εμφάνιση του τοπικού γιατρού θα μπορούσε να είναι ικανοποιητική για να δείξει την αλληλεπίδραση που διαμορφώνεται ανάμεσα στους νεοεισαχθέντες και τους ντόπιους, λόγω επαγγελματικής ειδικότητας και υποχρεώσεων όμως, δεν μπορεί να συγκριθεί με τον μέσο κάτοικο αυτής της περιοχής. Πιθανολογώντας, η προσθήκη κάποιου ακόμη χαρακτήρα που συμμετέχει ή επηρεάζεται με εμφανέστατο τρόπο από τις μεταναστευτικές εισροές να δημιουργούσε μια πιο κατατοπιστική εικόνα. Ίσως πάλι, αυτό να ήταν τόσο προφανές, που ο σκηνοθέτης προτίμησε να εστιάσει σε διαφορετικής φιλοσοφίας και ηλικίας ανθρώπους, αντιπροσωπευτικούς πάντοτε της ιταλικής, νησιωτικής ιδιοσυγκρασίας. Ούτως ή άλλως, δεν κινηματογραφείται μόνο η πραγματικότητα της θάλασσας, αλλά και η αλήθεια της στεριάς, και αυτό αποτελεί κάτι που κάθε άλλο παρά το κάνει με κοινότοπο και αναμενόμενο τρόπο.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η θέση του υπερκινητικού Σαμουέλ έχει ιδιάζουσα σημασία, δεν είναι μόνο το εύθυμο παιδί  που σημαδεύει με τη σφεντόνα τις φραγκοσυκιές, συνομιλεί με ένα πουλί τη νύχτα, ρουφά με μανία τα ζυμαρικά και επιχειρεί να εκπαιδεύσει το τεμπέλικο του μάτι είναι και εκείνο που μέσα από τις παραπάνω ασχολίες δείχνει τα όρια του νησιού και την ανάγκη να δραπετεύσει κανείς από αυτό. Ο μικρός δυσκολεύεται να συνηθίσει στην ιδέα της βάρκας (σε αντίθεση με τον πατέρα του που είναι και ψαράς), ενώ τις λίγες στιγμές που τον βλέπουμε να διαβάζει αυτό είναι για να μάθει αγγλικά. Για τους μετανάστες μπορεί να φαντάζει ως ‘Γη της Επαγγελίας’ (τουλάχιστον μέχρι να φτάσουν εδώ), για τους ντόπιους όμως, δεν φαίνεται να είναι και τόσο, καθόσον η Λαμπεντούζα σημειώνει υψηλά ποσοστά ανεργίας και επομένως εγκατάλειψης από τους νέους. Ετούτο το γεγονός, δημιουργεί άλλη μια ενδιαφέρουσα αντίστιξη, που όμως καταλήγει να γίνεται καταχρηστική (ο μικρός και τα αστεία του καταλαμβάνουν πολύτιμο κομμάτι της ταινίας). Μολοταύτα, οι θεατές δείχνουν αδυναμία στον αφοπλιστικό χαρακτήρα και τις κωμικοτραγικές περιδιαβάσεις του Σαμουέλ, καταφέρνοντας έτσι να παρακολουθήσουν από μια πιο ανάλαφρη σκοπιά τα όσα αγωνιώδη και αποτροπιαστικά διαδραματίζονται σε παράλληλο χρόνο στα ανοιχτά της Λαμπεντούζας.

Σημεία σύγκλισης ή και ταύτισης του θεατή με κάποιον άλλον χαρακτήρα συναπαντιούνται και στην υπευθυνότητα με την οποία επιτελεί τα γενικά του καθήκοντα, ο τοπικός γιατρός. Τα τελευταία 25 χρόνια, ο Πιέτρο Μπάρτολο φροντίζει και περιθάλπει αδιάλειπτα, χιλιάδες μετανάστες, αρκετοί από τους οποίους είναι γυναίκες και ανήλικα παιδιά. Μια έγκυος που εξετάζεται θα προκαλέσει ανάμεικτα συναισθήματα, μιας και εκτός από το προφανέστατο, αισιόδοξο μήνυμα που μεταφέρει ως φορέας δύο νέων ανθρώπινων ζωών, παρουσιάζονται οι παρενέργειες του ταξιδιού στα κυοφορούμενα έμβρυα, ενώ θα μπορούσε να λεχθεί, πως κάτω από έναν αδιόρατο μανδύα σιωπηλής συνενοχής υπονοούνται και οι περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί και να τα απέκτησε. Τον γιατρό θα επισκεφθούν και άλλοι ασθενείς, αυτό όμως, που προέχει είναι να παρουσιαστούν με ήρεμο τρόπο, οι ασύλληπτες συνθήκες κάτω από τις οποίες μετακινούνται οι μετανάστες. Συνεπακόλουθα, στο βαθμό που θα μπορούσε να πραγματωθεί και του επιτρέπει η ιατρική του ιδιότητα, αναλαμβάνει και τον άχαρο ρόλο της πληροφόρησης. Εκτός από αυτούς που θαλασσοπνίγονται ή εκείνους που καταφέρνουν να φτάσουν (τηρουμένων των αναλογιών) ανέγγιχτοι, είναι και εκείνοι που εξέρχονται από τα υποδεέστερα στρώματα, είτε καμένοι από τη δερματική τους επαφή με τα καύσιμα του μηχανοκίνητου πλοιαρίου, είτε συντριπτικά αφυδατωμένοι και σε κατάσταση οριακή που μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο. Το ιδιόρρυθμο ντοκιμαντέρ μπορεί να μην δείχνει πολλές τέτοιες σκηνές (δεν είναι ο σκοπός του άλλωστε), επιχειρεί να επιστήσει την προσοχή όμως. Σε μια ανεπιτήδευτη σκηνή που προκαλεί το συναίσθημα της καταισχύνης στον καθένα από εμάς, εκθέτοντας ολάκερη την κακοσχεδιασμένη, μεροληπτική, ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική, οι καταβεβλημένοι άνθρωποι που βρίσκονται στο κέντρο φιλοξενίας, τραγουδούν με περίσσεια συγκίνηση και υπερηφάνεια έναν δραματικό, μακρόσυρτο, σκοπό επίκλησης.

Το τραγούδι αναφέρει την υπεράνθρωπη τους περιπλάνηση και επιχειρεί να ενθυμίσει πως είναι το ίδιο πρόσφυγες με οποιονδήποτε Σύρο ή άλλο άνθρωπο που μπορεί να προέρχεται από τη Νιγηρία, το Τσαντ και το Καμερούν (περιοχές που επενεργεί η ακραία τρομοκρατική οργάνωση, Μπόκο Χαράμ), τη Σομαλία (οι εμφύλιες συρράξεις έχουν αποσταθεροποιήσει τη χώρα με αποτέλεσμα την άνοδο της ισλαμιστικής οργάνωσης, Αλ Σαμπάαμπ), το Σουδάν (ο εμφύλιος αλληλοσπαραγμός στο Νταρφούρ δεν έχει κοπάσει) τη Λιβύη (μετά την πτώση του καθεστώτος του Καντάφι συγκρούονται αμφιλεγόμενες πολιτικές δυνάμεις). Από όλες αυτές και πολλές ακόμη ακατάλληλες περιοχές, άνθρωποι που προσπαθούν να επιβιώσουν, υπεισέρχονται κάθε χρόνο στο μικρό νησί της Λαμπεντούζας. Μόνο που πλέον, συναντούν τα κλειστά σύνορα της Ευρώπης και μια κατάπτυστη και ντροπιαστική συμφωνία – κείμενο των 9 σημείων που υπέγραψε τον Μάρτιο του 2016, η Τουρκία με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όχι ότι πριν γινόντουσαν αποδεκτοί όλοι και δεν υπήρχαν απελάσεις, αλλά κατόπιν τούτου, επανεξετάζεται ο όρος πρόσφυγας, καταστρατηγείται κάθε έννοια χορήγησης ασύλου και επιτρέπεται η απευθείας απέλαση των μεταναστών. Στο ‘Φωτιά στη Θάλασσα’, ένας άτυπος – αόρατος διάλογος μοιάζει να πραγματοποιείται ανάμεσα σε όσους φτάνουν στο νησί και εκείνους που διαμένουν μόνιμα, αλλά και μια εκλιπάρηση στις καταπατημένες αξίες και το πνεύμα του ανθρωπισμού και της συμπαράστασης. Όσο και αν η ματιά του σκηνοθέτη είναι ποιητική, η παραπάνω διαπίστωση τη μετατρέπει σε πολιτική. Και όπως πολύ εκφραστικά ανέφερε στην πρεμιέρα της ταινίας, ο ίδιος ο Τζιαφράνκο Ρόζι, τα πραγματικά τείχη κάποια στιγμή υπαναχωρούν, όχι όμως και αυτά που αφήνουν νοητά πίσω τους. Επομένως, προτού να είναι πολύ αργά, ίσως θα ήταν σωστό να διδαχθούμε από τα παράδειγμα των κατοίκων της Λαμπεντούζας, που ως ψαράδες υποδέχονται με την ίδια θέρμη, ότι φέρνει η θάλασσα.

Share