Ellis

Στα ανοιχτά του σημαντικότερου δημοτικού διαμερίσματος της Νέας Υόρκης (Μανχάταν), αρκετά κοντά στη νησίδα Λίμπερτυ που φιλοξενεί το εμβληματικό Άγαλμα της Ελευθερίας, βρίσκεται το νησί Έλις. Ένα μέρος, που αν και δεν είναι τόσο φωτολουσμένο και τουριστικό, ιστορικά είναι το ίδιο σημαντικό: από το 1892 έως το 1954, υπήρξε σταυροδρόμι υποδοχής και προσωρινής εγκατάστασης 12 εκατομμυρίων μεταναστών. Άνθρωποι κατατρεγμένοι για τα πολιτικά ή τα θρησκευτικά τους πιστεύω και βασανισμένοι από την οικονομική ανέχεια, ερχόντουσαν από όλα τα πέρατα της Ευρώπης (και της Ανατολής) για να διεκδικήσουν ένα καλύτερο αύριο στη χώρα που ευαγγελιζόταν ότι αποτελεί μια νεότερη Γη της Επαγγελίας. Δεν είναι τυχαίο, που υπολογίζεται, ότι σχεδόν το 40% των σημερινών Αμερικανών πολιτών έχει κάποιον συγγενή, ο οποίος προτού εγκατασταθεί σε μια από τις αμερικανικές πολιτείες πέρασε από τη μεταβατική αυτή ζώνη. Μικρότερο σε μέγεθος απ’ ότι πραγματικά ήταν, το νησί θα επιχωματωνόταν (από 3.3 εκτάρια διευρύνθηκε σε 27.5), για να μπορέσει να δεχθεί στις κτιριακές τους εγκαταστάσεις τα πλήθη που συνέρρεαν το πρώτο μισό του 20ου αιώνα.

Εκείνο που ξεχωρίζει όμως είναι πως από το 1902 έως το 1930, εκτός των άλλων υποδομών, λειτούργησε το πρώτο δημόσιο νοσοκομείο για τη φροντίδα στην Αμερική. Αξιοποιώντας πρωτοποριακές μεθόδους (ακτινοσκόπηση), κατατετμημένη σε υποδειγματικές πτέρυγες, η κλινική εξέταζε και στην ουσία κρατούσε για σημαντικό χρονικό διάστημα όσους μετέφεραν κάποια λοιμώδη, μεταδοτική ασθένεια (οστρακιά, κοκίτης) ή άλλη νόσο (ψυχική), μέχρι να λάβουν εξιτήριο που έκρινε και την είσοδο τους στην Αμερική. Πρόσθετοι έλεγχοι γίνονταν στα κατώτερα στρώματα, ενέργεια που οδηγούσε σε περαιτέρω διάκριση. Κατά μια έννοια, το νοσοκομείο ήταν εκείνο που πιστοποιούσε και έδινε την τελική γνωμοδότηση (θετική ή αρνητική) για το εάν οι μετανάστες θα διαπερνούσαν τα θαλάσσια σύνορα που χώριζαν τη μικρή νήσο από την Αμερική ή θα επαναπροωθούνταν στις χώρες από τις οποίες προήλθαν. Χαρακτηριστικό είναι πως ένα 10% των μεταναστών που φιλοξενήθηκε στο νοσοκομείο, δεν κατάφερε να βρεθεί μερικά χιλιόμετρα πιο μακριά μιας και (κατά κύριο λόγο) διαγνώστηκε με κάποιο πρόβλημα στη σωματική του διάπλαση και τη ψυχολογική του υγεία (το γεγονός αυτό αποτελούσε ανασταλτικό παράγοντα στο να γίνουν τμήμα του παραγωγικού ιστού της χώρας). Έναν τέτοιο μετανάστη – αφηγητή που εγκλωβίστηκε και δεν έφυγε (ή δραπέτευσε) ουδέποτε από το νησί υποδύεται ο πολυβραβευμένος και πολυαγαπημένος Ρόμπερτ Ντε Νίρο στη μικρού μήκους ταινία που σκηνοθέτησε, ο αεικίνητος, εικαστικός καλλιτέχνης που συγκαλύπτει την ταυτότητα του (χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο JR) και συνήθως, δημιουργεί εφήμερες εγκαταστάσεις στον δημόσιο χώρο (ασπρόμαυρες φωτογραφικές εναποθέσεις).

Ο JR με το 14λεπτο ‘Ellis‘, δημιουργεί έναν ιδιότυπο φόρο τιμής, όχι μόνο για το μεταβατικό στάδιο που υποτίθεται πως αποτελούσε το νησί (προσωρινό καταφύγιο και πέρασμα), αλλά και για το αποκαρδιωτικό εκείνο σημείο (οριστικό αδιέξοδο και επαναφορά) που αφορούσε όλους όσους δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να βρεθούν στην αγκαλιά της Αμερικής. Κινηματογραφημένη εξ ολοκλήρου στην αδρανοποιημένη από την πορεία του χρόνου, νήσο Έλις, η ταινία διαθέτει μια μεταφυσική και ποιητική χροιά καθ’ όλη τη σύντομη, χρονική της διάρκεια. Το ίδιο το εγκαταλειμμένο μέρος με τα δεκάδες γκρεμοτσακισμένα, υποβλητικά κτίρια και τις αμέτρητες, φορτισμένες ιστορίες ευνοεί προς μια τέτοια αντίληψη. Ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο περιδιαβαίνει τον προαύλιο, χιονισμένο χώρο, για να βρεθεί στους θεοσκότεινους διαδρόμους και τα ισοπεδωμένα δωμάτια. Επιχειρεί να θυμηθεί για να ξετυλίξει το κουβάρι της προσωπικής του ιστορίας που θα μπορούσε να είναι αντιπροσωπευτική και για χιλιάδες άλλες. Θαρρείς πως αφουγκράζεται τους φυσικούς ήχους και τα ψιθυρίσματα όλων εκείνων που παραβρέθηκαν εκεί. Η μέθοδος που διερευνά τους χώρους και ψηλαφίζει τους τοίχους δίνει την εντύπωση πως η ενέργεια των παρευρισκόμενων  μεταναστών έχει διαποτίσει μια για πάντα τα αχρηστεμένα τοιχώματα των κτιρίων. Η ιστορία που αφηγείται ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο είναι αρκετά συγκινητική, όχι τόσο για τον περίσσιο ρομαντισμό της όσο για την κοινή επιθυμία δύο ανθρώπων να περάσουν το επιβαλλόμενο σύνορο (νησί Έλις) και να βρεθούν στην απέναντι όχθη (Νέα Υόρκη), για να πραγματοποιήσουν τα μεγαλεπήβολα τους όνειρα.

Τ’ ότι δεν θα το κατορθώσουν (μιας και δεν θα τους επιτραπεί), έρχεται για να επισφραγίσει τη δυσάρεστη κατάληξη που είχε η προοπτική χιλιάδων ανθρώπων. Ο τρόπος που προβάλει το Άγαλμα της Ελευθερίας και η Νέα Υόρκη από τα σπασμένα παράθυρα και την οροφή του κέντρου υποδοχής – εξέτασης είναι ανατριχιαστικός και προσφέρει μια ενδεικτική επίγευση για το πως μπορεί να αισθανόντουσαν όσοι συναντούσαν την αναδυόμενη μητρόπολη και το υπερμέγεθες, σφυρηλατημένο γλυπτό από τις κτιριακές εγκαταστάσεις. Αντικρουόμενα συναισθήματα που από τη μια προκαλούσαν μια ασυγκράτητη, ελπιδοφόρα προσμονή (σε όσους έπαιρναν την έγκριση) και από την άλλη μια αναπότρεπτη, θλιβερή απογοήτευση (σε όσους κοινοποιούνταν πως δεν θα καταστούν αποδεκτοί). Το ‘Ellis’ όμως δεν αναλώνεται σε αυτούς που κατάφεραν με χαρακτηριστική ευκολία να διαπεράσουν το περιφραγμένο όριο, τουναντίον, αναδεικνύει το ποσοστό που δεν τα κατάφερε και έμεινε καταρρακωμένο εκεί (επιστρέφοντας στη συνέχεια στην ανεπιθύμητη του πατρίδα). Μέσα σε 14 λεπτά της ώρας, ο πολυγραφότατος σεναριογράφος Έρικ Ροθ [‘Φόρεστ Γκαμπ’ (1994), ‘Η απίστευτη ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον’ (2008)], βρίσκει τον σεναριακό πυλώνα για να ξαναζωντανέψει το ερειπωμένο νοσοκομείο της νήσου Έλις και έτσι να καταδείξει τις ανυπέρβλητες δυσκολίες που συνάντησε ένας κάθε άλλο παρά ανάξιος λόγου αριθμός νεο-αφιχθέντων μεταναστών.

Ο ετερογενής δημιουργός των ευκρινών δημόσιων παρεμβάσεων [‘The Wrinkles of the City‘ (από το 2008), ‘Women are Heroes‘ (από το 2008 έως το 2010), ‘Inside out Project‘ (από το 2011), μεταξύ άλλων] JR, δίχως να απομακρύνεται από την τέχνη που ακολουθεί και τον έκανε αναγνωρίσιμο, δημιουργεί μια εξαιρετική ταινία μικρού μήκους που ανασκαλεύει τις αναμνήσεις των πολυπληθέστατων, μεταναστευτικών ροών (προορισμός η Αμερική), καθώς επίσης, τον ανεπιθύμητο επίλογο ορισμένων εξ αυτών (απομονωτισμός στη νήσο Έλις). Για τις ανάγκες της ταινίας και της θύμησης ή αποκατάστασης της μνήμης αυτών, επιστρατεύει την ιδιαίτερα ασυνήθιστη τεχνοτροπία της λιθογραφίας και εκτυπώνει σε διάφορα μεγέθη, μονοχρωματικές επιφάνειες χαρτιού που απεικονίζουν ορισμένα από τα αληθινά πρόσωπα. Ατομικές φωτογραφίες  – ιστορικά τεκμήρια που ελήφθησαν στα κτίρια του συγκροτήματος, μεγεθύνονται και τοποθετούνται σε συγκεκριμένα σημεία. Επιπρόσθετα, η ταινία μπορεί να φαίνεται αυτόνομη, στην ουσία όμως, μοιράζεται μια κοινή αισθητική που αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος. Με την ονομασία ‘Unframed‘, εκτυπωμένες φωτογραφίες, ασυσχέτιστων προσώπων και ποικίλων διαστάσεων τοποθετούνται χωρίς τη χρήση κάδρου στις εμπρόσθιες ή πλαϊνές όψεις των κτιρίων [Βεβέ (2010), Σάο Πάολο (2011), Ουάσινγκτον (2012), Μασσαλία (2013), Μπάντεν Μπάντεν (2014)]. Σε ότι αφορά όμως, τις φωτογραφίες των προσωρινών ή μόνιμων κατοίκων της νήσου Έλις, αυτές εισέρχονται και διαρρηγνύουν τον εσωτερικό χώρο, προκαλώντας μια ουσιαστική συνομιλία ανάμεσα στο σήμερα και το χθες που επανακαθορίζει τα όρια μεταξύ ιδανικού (άυλο) και πραγματικού (υλικό). Πάντοτε με απόλυτο σεβασμό στη χαρακτηριστική αρχιτεκτονική (γαλλικό νεο-αναγεννησιακό στυλ) και το κτιριολογικό πρόγραμμα των υφιστάμενων οικοδομημάτων, ο JR δίνει τη δυνατότητα στα τοιχώματα, στα κουφώματα και τους υπόλοιπους επαναχρησιμοποιημένους καμβάδες να αποφασίσουν μέχρι ποιο σημείο των αποτυπωμένων φωτογραφιών, θα αποκαλύψουν.

Είτε στον φθαρμένο τοίχο του κοιτώνα (η μητέρα που στέκεται δίπλα από την πλαγιασμένη κόρη), τα βρώμικα πλακάκια του χειρουργείου (οι γιατροί και οι νοσοκόμες που επιτελούν κάποια επέμβαση) και την κοινόχρηστη σκάλα (οι μετανάστες που καταφθάνουν στο νησί), είτε στα στοιβαγμένα καθίσματα των καρεκλών (δεκάδες ανώνυμα προσωπεία) και κάποιο μακρόστενο υαλοπίνακα (η οικογένεια που αγναντεύει το Άγαλμα της Ελευθερίας, όπως και την επικράτεια της Νέας Υόρκης), τα πορτρέτα επικολλούνται στις επιτοίχιες επιφάνειες και συντροφεύουν την περιήγηση του αφηγητή. Με αυτό τον τρόπο, ενισχύεται η στοιχειωμένη προσωπικότητα του ρημαγμένου μέρους, ενώ ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο δείχνει σαν φάντασμα που επιστρέφει (ή σάμπως περιφέρεται αέναα στον χώρο;) για να συνδιαλεχθεί με το ατομικό του παρελθόν. Η σκηνή που ακουμπάει την τοιχοκολλημένη κεφαλή μιας γυναίκας που υποτίθεται πως πρεσβεύει τον έρωτα του, αντιπαραβάλλεται με τις διαψευσμένες προσδοκίες χιλιάδων άλλων μεταναστών. Λίγο πριν το τέλος, αναρίθμητα πρόσωπα καλύπτουν την επιφάνεια του δαπέδου σε μια μεγάλη αίθουσα και τον διάδρομο που οδηγεί στην έξοδο. Ο αφηγητής θα κοντοσταθεί εκεί και αυτό είναι κάτι που το πράττει όχι τόσο για να μη λησμονηθεί η πρόσκαιρη διαμονή των εκατομμύριων μεταναστών, αλλά κυρίως για να σωθεί η μνήμη εκείνων που έμειναν πίσω. Η πράα αποχώρηση επιστεγάζει το αποτέλεσμα, το ίδιο και το παραμυθένιο, μουσικό θέμα που εμπνεύστηκε, ο Γιοάν Λεμουάν (Woodkid) που ξεκινά στωικά και κορυφώνεται στο τέλος. Αξίζει να αναφερθεί πως η ειδική παρουσίαση της ταινίας σε τοίχους, εξυπηρετεί τον δημόσιο χαρακτήρα της τεχνικής του JR, ενώ σε λιμάνια επιτείνει τη λαχτάρα της αναχώρησης και εγκατάστασης σε έναν άλλο τόπο.

Share