Το παραπλανητικο αγαλμα της Αλαμουντιν Προμαχου

Τις προηγούμενες μέρες  προβαλλόταν στους ελληνικούς κινηματογράφους μια ανεκδιήγητη ταινία ελληνικού ενδιαφέροντος, ο Πρόμαχος (1)*. Η ταινία αποτελεί προϊόν δύο Αμερικανών σκηνοθετών (Τζον και Θίοντορ Βούρχες), ελληνικής καταγωγής και είναι μια συμπαραγωγή Ελλάδας, Αγγλίας και Γαλλίας. Ο Πρόμαχος, ασχολείται με το αγαπημένο θέμα της επίσημης πολιτιστικής και τουριστικής ατζέντας που δεν είναι άλλο από το ανικανοποίητο, μέχρι στιγμής, αίτημα της ελληνικής πλευράς για την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα. Την ιστορία, τα δυο αδέλφια την εμπνεύστηκαν από τον δικηγόρο πατέρα τους μιας και  ίδιος είχε ασχοληθεί ενεργά στο παρελθόν με το συγκεκριμένο ζήτημα.

Πρόμαχος - Μουσείο Της Ακροπόλεως

Στον Πρόμαχο, ένα ερωτευμένο (!) ζευγάρι δικηγόρων ο Αντρέας και η Ελένη (τους υποδύονται οι Παντελής Κοντογιάννης και Κασσάνδρα Βογιατζή) έχει στην κατοχή του πλαστογραφημένα έγγραφα από το 1816 που πιστοποιούν πως τα μάρμαρα κλάπηκαν από τους Βρετανούς. Απ’ ότι εύκολα μπορεί κανείς να συμπεράνει, οι δικηγόροι αυτοί, θα κινήσουν γη και ουρανό και θα φτάσουν μέχρι το Δικαστήριο της Χάγης με σκοπό να υπερασπιστούν το ελληνικό αίτημα, να ξεσκεπάσουν τη σκευωρία των Βρετανών και να αποκαταστήσουν τη Δικαιοσύνη στην Αθήνα με την επιστροφή των Ελγίνειων Μαρμάρων.

Μέσα από ένα κακοσκηνοθετημένο τρέιλερ διαφαίνεται όλη η αλήθεια της προπαγανδιστικής αυτής αθλιότητας. Στην αρχή, τα σταθερά βήματα  του άρρεν δικηγόρου στο ανώτατο επίπεδο του Μουσείου της Ακροπόλεως θα σταματήσουν μόλις ο ήρωάς μας φτάσει στους διαφανείς υαλοπίνακες και αντικρίσει το ανυπέρβλητο αρχιτεκτονικό μνημείο. Λίγο μετά θα συναντηθεί με τον διευθυντή του μουσείου (Τζιανκάρλο  Τζιανίνι) και θα του αποκαλύψει, ως τίμιος και μαχητικός δικηγόρος, την αλήθεια που κουβαλάει μαζί του, ”Με αυτά τα τρία έγγραφα μπορούμε να αποδείξουμε ότι τα μάρμαρα του Παρθενώνα κλάπηκαν και παραμένουν εσφαλμένα περιουσία του Βρετανικού Μουσείου”. Ο διευθυντής του μουσείου, με βλέμμα που τσακίζει κόκαλα θα του εκμυστηρευτεί με βαριά και πληγωμένη εκφορά πως γνώριζε πως ”όλα ήταν ψέματα από την αρχή”.

Πρόμαχος - Τζιανκάρλο Τζανίνι

Τ’ ότι ο Ελληνοαμερικανός, Παντελής Κοντογιάννης (ο δικηγόρος της ταινίας), είναι απόφοιτος της νομικής με μια μικρή σταδιοδρομία στην Wall Street αλλά τα τελευταία χρόνια ασχολείται με την ηθοποιία, νομίζω πως πρέπει να είναι παραπάνω από εμφανές στην ταινία. Όταν στο τέλος του τρέιλερ, του τεθεί το ερώτημα για το αν υπάρχει πιθανότητα να κερδίσουμε (τη μάχη) εκείνος με ατάραχο το πρόσωπο, θα σκύψει μπροστά και με αποφασιστικότητα και πομπώδες ύφος θα δηλώσει ”όχι αλλά θα το προσπαθήσουμε έτσι και αλλιώς.” Ρίγη συγκίνησης και ανατριχίλας θα ακολουθήσουν από τη μεγάλη στόφα αυτού του νέου και ελπιδοφόρου, δικηγόρου – ηθοποιού.

Στο ενδιάμεσο, θα εμφανιστεί ο διεθνής και πανταχού παρών, Γιώργος Χωραφάς για να αναφέρει το διδακτικό ”πως η αφαίρεση των Μαρμάρων του Παρθενώνα ακύρωσε τον λόγο για τον οποίο κατασκευάστηκε εξ αρχής” . Τίποτα όμως δεν μπορεί να συγκριθεί με τη μνημειώδη εμφάνιση του Γιώργου Βογιατζή. Εκείνος, με την ηρεμία ενός ανθρώπου που διαθέτει την απαραίτητη σοφία, θα δηλώσει  ”Η αλήθεια που αδυνατείς να καταλάβεις είναι πως κανένας αρχαίος λίθος δεν θα ξυπνήσει αυτή τη γενιά. Μία πόλη χωρίς ψυχή, είναι απλός ένας όχλος.”  – στο σημείο αυτό παρεμβάλλονται με γραφικό τρόπο βίαιες εικόνες από συγκρούσεις διαδηλωτών και δυνάμεων καταστολής στο κέντρο της Αθήνας και το ζευγάρι των δικηγόρων να περιδιαβαίνει ανάμεσα τους ακολουθώντας στο τέλος διαφορετική διαδρομή.

Σύμφωνα με το βαρυσήμαντο νόημα αυτής της φράσης, η λύση βρίσκεται στα μάρμαρα. Αν τα μάρμαρα επιστρέψουν, τότε  η πόλη, η χώρα, θα αποκτήσει πίσω την εθνική της αξιοπρέπεια και θα ξαναβρεί έναν κοινό εθνικό στόχο για να πορευθεί ο όχλος εμψυχωμένα μα και αδιαμαρτύρητα προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Το αν θα είναι εξαθλιωμένη αυτή η κατεύθυνση δεν διευκρινίζεται, σημασία έχει το ότι θα έρθει ένας καλός δικηγόρος για να μας βγάλει από την κρίση και τη διχόνοια.

Πρόμαχος - Αμάλ Αλαμουντίν

Αυτό ακριβώς φαίνεται πως βρήκε και η ελληνική κυβέρνηση στο πρόσωπο της κυρίας Αμάλ Αλαμουντίν, μια καλή και επιφανή δικηγόρο. Μέσα στην φρενίτιδα της Αμφίπολης αλλά και επειδή η κυρία Αλαμουντίν βρισκόταν διαρκώς στην παγκόσμια επικαιρότητα, εξαιτίας του ακριβοθώρητου γάμου της με τον κύριο Κλούνεϊ, η κυβέρνηση δεν έχασε λεπτό και άρπαξε την ευκαιρία για να την συμβουλευθεί αλλά και για να αυτοπροβληθεί.  Το αν η κυρία Αλαμουντίν θα δείξει την πυγμή που φαίνεται πως δείχνει στον Πρόμαχο ο Παντελής Κοντογιάννης είναι κάτι που για την ώρα αγνοείται μιας και η διακεκριμένη δικηγόρος κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην Ελλάδα, έλαμψε με την παρουσία της σαν σταρ του σινεμά περιορίζοντας, όμως, τη δικηγορική της ιδιότητα στα απολύτως απαραίτητα.

Μέχρι όμως, η κυρία Αλαμουντίν – Κλούνεϊ να ξαναεπιστρέψει στην Αθήνα, η ελληνική πολιτεία θα βρίσκει πάντα τον τρόπο για να επαναφέρει διαρκώς στην επικαιρότητα, το ακανθώδες ζήτημα της επιστροφής των Ελγίνειων Μαρμάρων ή την πιθανότητα ανακάλυψης του τάφου του Μεγάλου Αλεξάνδρου.  Αυτό το σκοπό επιτελεί και ο Πρόμαχος. Να δημιουργήσει τη μυθοπλαστική ελπίδα πως υπάρχει η δυνατότητα να πραγματοποιηθεί κάτι τόσο μεγάλο που δεν επιδέχεται περιθώρια εσωτερικής αμφισβήτησης. Να δώσει τη δική της μάχη με τους δικούς της όρους στα πλαίσια ενός θριαμβευτικού και εμψυχωτικού παράλληλου σύμπαντος που ελάχιστη σχέση έχει με την πεζή πραγματικότητα.

Ο Πρόμαχος θα μπορούσε να πούμε πως είναι μια απόπειρα της Πολιτείας να προβάλλει πάνω σε μια μεγάλου μήκους ταινία όλα όσα ονειρεύεται να συμβούν. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν μεμπτό, γίνεται όμως, τη στιγμή που παίρνει τόσο στα σοβαρά τα της οθόνης τεκταινόμενα. Στις 7 Ιανουαρίου του 2014, ο πρώην Υπουργός Πολιτισμού, κ. Πάνος Παναγιωτόπουλος μετά από παρακολούθηση γυρίσματος δήλωνε: ”Είναι ιδιαίτερα ευχάριστο και συγκινητικό που δυο νέοι άνθρωποι με ρίζες στην Ελλάδα, με οικογένειες που κρατούν τους δεσμούς με την πατρίδα, αλλά και με καριέρα στον διεθνή κινηματογράφο, επιστρέφουν στη χώρα μας για να γυρίσουν μια ταινία γύρω από ένα θέμα που για μας σημαίνει πολλά, το αίτημα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα”.

Πρόμαχος - Θαυμασμός Παναγιωτόπουλου

Λίγο νωρίτερα, τον Δεκέμβριο του 2013, το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο έδωσε άδεια στη συγκεκριμένη ταινία για να πραγματοποιήσει γυρίσματα στην Ακρόπολη. Το έκανε μολονότι είχε φροντίσει προηγουμένως να κάνει κάποιες υποδείξεις επειδή έκρινε πως το σενάριο ήταν κάπως απλοϊκό. Να σημειωθεί πως είναι από τις ελάχιστες παραγωγές που μπόρεσαν ποτέ να πάρουν το πράσινο φως από την εν λόγω υπηρεσία, τη στιγμή που άλλες ταινίες με πιο στιβαρά σενάρια έχουν αγνοηθεί επιδεικτικά.  Η ελληνική πολιτεία διέκρινε τις ευκαιρίες πολιτιστικής ανάδειξης και τουριστικής προβολής παραμερίζοντας την απουσία οποιουδήποτε καλλιτεχνικού ή έστω εμπορικού σκηνοθετικού οράματος. Με αυτό τον τρόπο θέλησε να συνδράμει στη δημιουργία μιας τέτοιας ταινίας και στη συνέχεια να την καπηλευθεί.

Η επίσημη πρεμιέρα της ταινίας, πραγματοποιήθηκε στο Μουσείο της Ακρόπολης και εκεί εκτός από την παρουσία των βασικών συντελεστών, έδωσαν το παρών, η υπουργός Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη, η υφυπουργός Πολιτισμού Άντζελα Γκερέκου, ο πρόεδρος της Βουλής Βαγγέλης Μεϊμαράκης και η Μαριάννα Βαρδινογιάννη. Σε μια πρεμιέρα που εξελίχθηκε σε εκδήλωση οικονομικής ενίσχυσης – 200 ευρώ έκαστος – προκειμένου να συγκεντρωθεί ένα σημαντικό ποσό για την προωθητική καμπάνια της ταινίας. Ενδεικτικό του πόσο εύκολα μαζεύονται τα λεφτά όταν αφορούν ένα πολιτιστικό προϊόν με εθνοκεντρικό υπόβαθρο και αμφισβητούμενο ευρωπαϊκό προσανατολισμό.

Αλλά και η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας, που πραγματοποιήθηκε στο Ολύμπιον, στις 5 Νοεμβρίου, στο 55ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, κατάφερε να αφήσει με έναν πιο συμβολικό τρόπο το δικό της στίγμα. Την ημέρα εκείνη, συμπληρωνόντουσαν 20 χρόνια από το θάνατο της  πρωτεργάτριας της επιστροφής των Ελγίνειων Μαρμάρων, Μελίνας Μερκούρη. Τί πιο ιδανικό για τους ιθύνοντες από το να αξιοποιήσουν την επέτειο αυτή με το να την συνδέσουν με την πρεμιέρα της ταινίας; Σ’ εκείνη την προβολή, λίγο πριν την έναρξη της ταινίας, ο Τζον Βούρχης (ο ένας από τους δυο σκηνοθέτες) δήλωνε, ελπίζουμε με την ταινία να μάθετε περισσότερα για την υπόθεση των Μαρμάρων και να βγάλουμε ασπροπρόσωπη την Μελίνα Μερκούρη”.

Πρόμαχος - Ελγίνεια Μάρμαρα

Φαντάζομαι πως όλοι περίμεναν με αγωνία μια ταινία σαν τον Πρόμαχο για να μάθουν μέσα από τον στρατευμένο και προπαγανδιστικό της λόγο όλη την αλήθεια.  Δεν ξέρω τι είναι χειρότερο, τ’ ότι κάποιοι πιστεύουν πως η ταινία αυτή, όπου και όσο προβληθεί, θα κάνει τους Βρετανούς να νιώσουν άβολα ή ότι επειδή κάποιοι θωρούν πως υπάρχει ιερός σκοπός θα έπρεπε η συγκεκριμένη ταινία να κάνει τους Βρετανούς να νιώσουν άβολα; Τ’ ότι τίποτα από τα δυο δεν πρόκειται να συμβεί δεν τους περνάει καν από το μυαλό μιας και είναι θαμπωμένοι από την αρχαιολογική φρενίτιδα και την ανασκαφική λαγνεία των τελευταίων μηνών.

Ευτυχώς, απ’ ότι αποδείχθηκε και από τα πενιχρά εισιτήρια που έκοψε την πρώτη του εβδομάδα (2.448 εισιτήρια μόλις, σε 20 αίθουσες πανελλαδικά) ο Πρόμαχος, το κοινό αυτό δεν ήταν συνεπές στο ραντεβού του. Αυτό δεν αναιρεί όμως, πως πάντα θα υπάρχει ένα κοινό πρόθυμο να στηρίξει τέτοιου είδους, αμφιβόλου ποιότητας και προθέσεων, παραγωγές. Ένα κοινό που λαχταράει να δει στην πιο μεγάλη οθόνη να διαδραματίζονται μνημειώδεις παρεμβάσεις και σκηνές απείρου αρχαιοελληνικού κάλλους  ικανές να ικανοποιήσουν το συλλογικό φαντασιακό και να τονώσουν το εθνικό φρόνημα. Απλώς στην περίπτωση του τηλεοπτικής αισθητικής Προμάχου όλα τα παραπάνω δεν ήταν αρκετά φιλόδοξα μα ούτε και εντυπωσιακά.

* (1) Το άγαλμα της Προμάχου Αθηνάς ήταν κολοσσιαίο έργο του περίφημου γλύπτη Φειδίου. Τοποθετημένο στην Ακρόπολη μεταξύ των Προπυλαίων και του Ερεχθείου, ήταν ορατό από μεγάλη απόσταση, ακόμα και από τα καράβια που έπλεαν ανοιχτά του Σουνίου. Το άγαλμα πατούσε σε βάση ύψους 2μ. και είχε συνολικό ύψος 9μ. Σήμερα σώζεται μόνο τμήμα της βάσης του και των οικοδομικών επιγραφών του. Η θεά απεικονιζόταν σε ήρεμη και όχι επιθετική στάση και έφερε δόρυ στο δεξί της χέρι και ασπίδα στο αριστερό.

Share