Euroman

Το ‘Euroman’ αποτελεί την τελευταία δημιουργία του Γαβριήλ Τζάφκα, ενός νέου και πολλά υποσχόμενου σκηνοθέτη που διαβιεί και δραστηριοποιείται στο εξωτερικό. Χαρακτηριστικό είναι, πως η αμέσως προηγούμενη μικρού μήκους του Τζάφκα, το μελαγχολικά ποιητικό ‘A Sailor’s Song’ (2014), αποτελούσε εξ ολοκλήρου δανέζικη παραγωγή, ενώ και ο ίδιος είναι επίσημο μέλος της Ένωσης Σκηνοθετών της Δανίας. Όπως, σ’ εκείνη την ταινία, έτσι και στο ‘Euroman’, τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στη Δανία, μόνο που από τα ημιφωτισμένα, κακόφημα λιμάνια και την αναζήτηση μιας χαμένης, εξιδανικευμένης αγάπης θα βρεθούμε στους υπερσύγχρονους, αποστειρωμένους χώρους και την επικράτηση ενός προνομιούχου, ανήθικου μοντέλου ως τρόπου ζωής. Με το ‘Euroman’, ο Γαβριήλ Τζάφκας επιτυγχάνει ένα καίριο και απολαυστικό σχόλιο για το σύγχρονο, νεοφιλελεύθερο, επιχειρηματικό πρότυπο, έτσι όπως αυτό επιβάλλεται και συντηρείται από επισφαλή πιστωτικά ιδρύματα (τράπεζες), αμφιλεγόμενες διεθνείς οργανώσεις (Τedx) και φιλόδοξους επιχειρηματίες (δημιουργούς). Η προσπάθεια αυτή, θα κέρδιζε το δεύτερο μεγαλύτερο βραβείο (Αργυρός Διόνυσος) στο πρόσφατο, 38ο Φεστιβάλ Δράμας και κάτι τέτοιο δεν επιτεύχθηκε χωρίς ουσιαστικό λόγο.

Ο σκηνοθέτης και συνσεναριογράφος (μαζί με την Λόρα Μάντσεν) της ταινίας, ακολουθεί την επαρμένη και ανεύθυνη διαδρομή ενός τέτοιου επιχειρηματία. Η καθημερινότητα του νεόκοπου χαρακτήρα (Φρεντερίκ), θα διαπεράσει τα ακίνητα και αυστηρά οριοθετημένα κάδρα του Τζάφκα. Το ευτύχημα είναι, πως δεν συμβαίνει με υπέρμετρα δραματοποιημένο τρόπο, μα τουναντίον με βαθιά ειρωνεία και χιούμορ. Μικρές βινιέτες, όπως η επίσκεψη σε μια τράπεζα για δανειοδότηση, η συνέντευξη μιας ειδικευόμενης υπαλλήλου στο γραφείο, η εκγύμναση στο γυμναστήριο ή το ερωτικό ραντεβού στο εστιατόριο, κινηματογραφούνται από απόσταση και προκαλούν ένα περιφρονητικό μειδίαμα. Ταυτοχρόνως, οι σκηνές αυτές και ο τρόπος που έχει τοποθετηθεί η κάμερα, πολλές φορές, κρύβουν ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης που ευνοεί την παράλληλη δράση. Για παράδειγμα, ο εναρκτήριος διάλογος του ήρωα με τον υπεύθυνο της τραπέζης, συντελείται ενόσω η κάμερα περιμένει στο απέναντι κατάστημα. Μόλις, η συμφωνία επιτευχθεί, ο πρωταγωνιστής θα βγει από την τράπεζα και θα κατευθυνθεί στο συγκεκριμένο μαγαζί για να αγοράσει ένα μπουφάν. Από την έγκριση ενός δανείου στην απευθείας κατανάλωση και η κάμερα να παραμένει ευλαβικά ακούνητη.

Euroman

Τη μόνη φορά που η κάμερα θα αποκτήσει κίνηση είναι γιατί, ο ήρωάς μας, βρίσκεται στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου και απολαμβάνει μια στιγμή ξεγνοιασιάς και ελευθερίας, στιγμή που ο ίδιος αδυνατεί να αντιληφθεί  και να κατανοήσει στις σωστές της διαστάσεις. Είναι η σεκάνς στο κομμωτήριο όμως, που όχι μόνο αναγνωρίζεται για την αποτελεσματική χρησιμοποίηση της παράλληλης δράσης, αλλά και γιατί καταφέρνει να την παρουσιάσει με ιδιαίτερα καυστικό και περιπαικτικό τρόπο. Οι ακριβοπληρωμένες παροχές που προσφέρει ένα καλοσχεδιασμένο κομμωτήριο αντιπαραβάλλονται με την πορεία διαμαρτυρίας που λαμβάνει δράση έξω από τη βιτρίνα του καταστήματος κι αφορά τις περικοπές στη δημόσια εκπαίδευση. Ο τρόπος με τον οποίο, ο ιδιοκτήτης του κουρείου αποφασίζει να αποκρύψει την πραγματικότητα είναι ευφάνταστος και αντίστοιχος με ότι συμβαίνει και στην αληθινή ζωή. Η απομάκρυνση του ιδιωτικού χώρου από τη δημόσια σφαίρα κατακλύζει κάθε στιγμή και χαρακτηρίζει τα πρόσωπα μιας ανερχόμενης οικονομικής τάξης που παραμένουν απαθή μπροστά σε οποιαδήποτε εκδήλωση και συμπεριφορά της λαϊκής τάξης. Αυτή η επιδεικτική απομόνωση βρίσκει τον τρόπο να γίνει αντιληπτή και όταν ο ήρωας βρίσκεται στο διάδρομο ενός γυμναστηρίου ή στο εστιατόριο πίνοντας, ανεπιτυχώς, ένα κρασί 20χρονης απόσταξης. Μονάχα που ο πλούτος αυτής της τάξης είναι επίπλαστος και παροδικός και αυτό είναι κάτι που ο Γαβριήλ Τζάφκας, υποδεικνύει και καυτηριάζει σε όλη τη μικρή διάρκεια της ταινίας.

Η νέα γενιά μπορεί να έχει σπουδάσει στα πιο καλά πανεπιστήμια και να φαίνεται πρόθυμη να ακολουθήσει κάθε επιχειρηματική πρόκληση, είναι όμως και ανακυκλώσιμη, κατάλληλα προσαρμοσμένη στις αριθμητικές προδιαγραφές της σημερινής εποχής. Αναλώσιμος είναι και ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τις αναγκαιότητες του κοινωνικού συνόλου, μέσα από μια ατομικιστική και επιδερμική θεώρηση ή την ωφελιμιστική δημιουργία ενός εξυπνακίστικου, περιβαλλοντολογικού προϊόντος. Ο Φρεντερίκ, θα βιώσει πτυχές αυτού του συστήματος και θα αποδείξει πως δεν είναι αρμόδιος να αντιδράσει ή να προστατευθεί. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, όταν αυτό καμία σχολή διοίκησης δεν το διδάσκει, ενώ ο ίδιος εκμεταλλεύεται τη δανειοληπτική αξιοπιστία του βαρυσήμαντου ονόματος της οικογενείας του. Ο χαρακτήρας που υποδύεται θα διενεργήσει απερίσκεπτα, είναι τέτοια η επιρρέπεια του στην κατάχρηση και τον δαπανηρό τρόπο ζωής που σύντομα θα οδηγηθεί σε ταπεινωτικό απομονωτισμό. Ο Γενς Σέτερ Λάσεν, είναι καλός στον ρόλο που επιλέχθηκε να ερμηνεύσει. Διαθέτει εκείνο το παγερό εκτόπισμα που προϋποθέτει ο χαρακτήρας του, ενώ και η αναχρονιστική εμφάνιση (εξαιρετικές οι ενδυματολογικές επιλογές από την Έμιλι Μπόγκε Ντρέσλερ) που επιτάσσει η αισθητική της εποχής, φαίνεται να του ταιριάζει. Τα εύσημα αξίζει να αποδοθούν και στην εξαιρετική διεύθυνση φωτογραφίας της ταινίας. Ο Τζόνας Μπερλίν, φωτίζει με ψυχρότητα το στιλιζαρισμένο περιβάλλον της ταινίας. Οι γκρίζοι τόνοι επικρατούν, αντικατοπτρίζοντας με αυτό τον τρόπο και τη ψυχολογία του ήρωα. Χαρακτηριστικό είναι, πως το πρόσωπο του παραμένει άχρωμο, ακόμη κι όταν φωτίζεται από τους νυχτερινούς φωτισμούς της πόλης. Ο ίδιος, έχει εμποτιστεί από το φαντασμένο πνεύμα της περιόδου και δε δίνει πουθενά αλλού προσοχή, παρά μόνο στα ακριβά αγαθά, τις ποιοτικές υπηρεσίες και την επίδειξη δύναμης που αυτά εξασφαλίζουν. Στο τέλος, η υπεροπτική συμπεριφορά θα καταβαραθρώσει τον ήρωα και ετούτο είναι κάτι που ο σκηνοθέτης, το διασκεδάζει. Εγκιβωτίζει την αμεριμνησία του Φρεντερίκ σε στυλιζαρισμένα πλαίσια, ενώ χλευάζει το σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Share