Theeb, Ο Λυκος Της Ερημου

Στις περσινές υποψηφιότητες που αφορούν τη ξενόγλωσση κατηγορία των 88ων βραβείων της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, για πρώτη φορά, προτάθηκε μια ταινία από τη μακρινή, άγνωστη και περιορισμένη κινηματογραφία της Ιορδανίας. Το γεγονός πως κάτι τέτοιο συνέβη για μια ιστορία που τοποθετείται σε μια περίοδο αιματηρών συγκρούσεων – γεωπολιτικών αλλαγών [ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος (1914 – 1918) κατά τη διάρκεια του οποίου τελέστηκε και η Πρώτη Αραβική Επανάσταση (1916 – 1918)] και έχει στο επίκεντρο της εξιστόρησης μια φιλειρηνική ομάδα Βεδουίνων (με προεξάρχων το μικρότερο παιδί του αποβιώσαντα φύλαρχου), το κάνει ακόμη πιο πολυζήτητο. Από το απόκρημνο οροπέδιο με τα εντυπωσιακά φαράγγια, που εξυψώνεται επάνω από την ανατολική πλευρά του Ιορδάνη ποταμού και καταλήγει στη συριακή έρημο που εκτείνεται βορείως της χώρας, έρχεται μια ενδιαφέρουσα δημιουργία που φλερτάρει ισόποσα, τόσο με την ανεπίσημη υποκατηγορία του γουέστερν της ερήμου όσο και με εκείνη που αφορά μια πρότυπη ιστορία ενηλικίωσης, επιβίωσης και αντεκδίκησης. Ακόμη και αν δεν διαθέτει το μεγαλόπνοο, ηρωικό όραμα του αριστουργηματικού ‘Λόρενς της Αραβίας‘ (1962), όπως κάποιοι αδικαιολόγητα βιάστηκαν να του προσάψουν (διαμοιράζεται κοινά, ιστορικά και γεωγραφικά σημεία ενδιαφέροντος), ο ‘Theeb, o Λύκος της Ερήμου‘ ανά διαστήματα μεγαλουργεί σε κάτι που είναι περισσότερο χαμηλόφωνο, ενδοσκοπικό και παραβολικό. Μαζί με την εσπευσμένη ωρίμανση του Τέεμπ, δρομολογείται και η συμφέρουσα για τις συνασπισμένες Δυνάμεις της Αντάντ, εναντίωση μιας αραβικής εθνότητας και ο πρωτοεμφανιζόμενος, Νάτζι Αμπού Νουάρ (σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος) βρίσκεται εκεί για να αναδείξει πτυχές της αιματοβαμμένης ιστορίας.

Η δράση τοποθετείται στο σημείο εκείνο, που επικρατεί ένας ανεξέλεγκτος, υποκινούμενος, εσωτερικός ξεσηκωμός από τις προαναφερόμενες Δυνάμεις και η ασθμαίνουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιστέκεται με κάθε μέσο (η δημιουργία μιας σιδηροδρομικής γραμμής που θα συνδέσει τη Δαμασκό με τη Μεντίνα- ο λεγόμενος σιδηρόδρομος της Χετζάζ, εξυπηρετεί ετούτο το σκοπό, ενώ ταυτόχρονα προαναγγέλλει τη νέα περίοδο). Στο μεταίχμιο αυτής της σύρραξης, από τη μια βρίσκονται ορισμένοι αδίστακτοι Άραβες (καλοθελητές – ληστές), που λειτουργούν έναντι αδρής πληρωμής για λογαριασμό του οθωμανικού καθεστώτος και από την άλλη οι φιλήσυχοι, αδιαλείπτως μετακινούμενοι, ‘Άνθρωποι της Ερήμου’ (Βεδουίνοι), οι οποίοι διαβιούν σε διάφορα σημεία των ατελείωτων εκτάσεων της ερήμου, ακολουθώντας τα έθιμα και τις πατροπαράδοτές τους παραδόσεις. Ανάμεσα στα κληροδοτούμενα, ηθικά καθήκοντα  που έχουν συγκαταλέγεται και η περίθαλψη – φροντίδα κάθε ξένου περιηγητή.

Σε μια τέτοια φυλή, ανήκει και ο Τέεμπ, γιος του προσφάτως αποθνήσκοντα φύλαρχου με τα δύο μεγαλύτερα του αδέλφια. Στα πρώτα λεπτά της ταινίας, ο φακός συναντά τον Τέεμπ με τον μεσαίο του αδελφό (Χουσεΐν). Ο τελευταίος μαθαίνει στον ανήλικο του αδελφό, να στοχεύει με ένα τυφέκιο.  Δεν τον αφήνει να ρίξει με αληθινές σφαίρες, μιας και απώτερος σκοπός δεν είναι μονάχα να του περάσει τη γνώση της επιβίωσης – προστασίας, αλλά και τη σοφία της υπομονής. Σκόπιμα, ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί ένα τέτοιο στιγμιότυπο: αφενός για να προϊδεάσει για τη δραματουργική συνέχεια, αφετέρου για να δείξει το πλαίσιο κάτω από το οποίο διαβιούν τα δύο αδέλφια. Η σχέση που έχουν αναπτύξει αναμεταξύ τους δεν είναι μόνο αδελφική, αλλά χάρη και του νεκρού πατέρα, υπέρ του δέοντος καθοδηγητική. Ο Χουσεΐν εκπαιδεύει τον Τέεμπ και τον προετοιμάζει για τη συνέχεια, ακόμη και μέσα από πολύ πιο αλαφρές και συνήθεις εργασίες (η φροντίδα των καμηλών, το άναμμα της φωτιάς, το ψήσιμο ενός ψωμιού). Τα αδέλφια όμως, δεν ζουν μόνα τους, συναποτελούν μέρος μιας διευρυμένης ομάδας – οικογένειας με την οποία έχουν μάθει να συνυπάρχουν αρμονικά. Σε μια απλή, αλλά όμορφα σκηνοθετημένη σκηνή, ο Νάτζι Αμπού Νουάρ τοποθετεί τον θεατή, στην καρδιά ετούτης της φυλής (την ώρα που παίζουν ένα παιχνίδι και τρώνε γύρω από μια φωτιά), η απρόσκοπτη εμφάνιση ενός αινιγματικού, αξιωματικού του βρετανικού στρατού, όμως, θα ταράξει αυτή την κανονικότητα, καθότι δεν θα αρκεστεί στη νυχτερινή φιλοξενία των Βεδουίνων. Γνωρίζοντας ως νομάδες καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον την απέραντη και απροσπέλαστη έρημο του Ουάντι Ραμ, ο Βρετανός επισκέπτης και ο Άραβας διερμηνέας που τον συνοδεύει θα χρειαστούν τον αλάθητο προσανατολισμό τους για να μετακινηθούν.

Ευθύς αμέσως, ο Χουσεΐν, θα αναλάβει να τους κατευθύνει στο μέρος που τόσο επιθυμούν. Τόσο από υπερβολική αδυναμία στην πατρική μορφή του αδελφού του όσο και επειδή δεν θα δει με καλή ματιά την παρουσία του Βρετανού (ένα ξύλινο, ορθογώνιο κουτί θα κινήσει ακόμη περισσότερο την περιέργεια και καχυποψία του), ο ανήλικος Τέεμπ θα ακολουθήσει την πομπή των περιηγητών. Το γεγονός, φυσικά, δεν θα αργήσει να γίνει αισθητό από τους προπορευόμενους. Μην έχοντας άλλη επιλογή, ο Χουσεΐν θα υποχρεωθεί να τον πάρει μαζί του. Μετά από μια περιπλάνηση στις άνυδρες εκτάσεις της Ιορδανίας (συνεκτικό το μοντάζ του Ρούπερτ Λόιντ, παρουσιάζει με ρέουσα κίνηση το ταξίδι), οι τέσσερις συνοδοιπόροι θα οδηγηθούν σε ένα ιδιαίτερα αφιλόξενο φαράγγι. Εκεί, εκτός από την παρουσία ορισμένων πτωμάτων, θα αντιληφθούν την απειλή έξι μαυροφορεμένων καμηλιέρηδων. Ο Χουσεΐν, αν και θα αμφιταλαντευτεί για το αν θα πρέπει να συνεχίσει το αστάθμητο οδοιπορικό μαζί με τον Βρετανό, τη στιγμή που έχει την ευθύνη του μικρού του αδελφού, τελικώς θα το πράξει.

Η απόφαση του Χουσεΐν θα είναι καθοριστική, τόσο για τους ίδιους όσο και για την εξέλιξη της ιστορίας. Οι ήρωές μας, όχι μόνο θα παγιδευτούν μέσα σε κάποιο βαθύ φαράγγι, μα θα δεχθούν και τη δολοφονική μανία των ανθρώπων που λυμαίνονται τα στενά περάσματα. Σε μια εξαιρετικά ενορχηστρωμένη σκηνή, τα δύο αδέλφια θα κληθούν να αντιμετωπίσουν την αιφνιδιαστική εφόρμηση. Τ’ ότι συμβαίνει βράδυ, δίνει τη δυνατότητα στον διευθυντή της φωτογραφίας (Βόλφγκανγκ Θάλερ) να εκμεταλλευθεί τον νυχτερινό φωτισμό και αυτό είναι κάτι που κατά τη διάρκεια της προβολής εντείνει ακόμη περισσότερο την ανησυχία (μαζί με τους πρωταγωνιστές αποπειράται και το κοινό να διακρίνει τους ληστές μέσα στο σκοτάδι). Δεν είναι όμως, μόνο η εικόνα, αλλά και ο ήχος που επιστρατεύεται για να ολοκληρώσει την εμπειρία (το προειδοποιητικό, διαπεραστικό ουρλιαχτό των δραστών). Σαν αρπαχτικά του σκότους (λύκοι), οι αχόρταγοι άνδρες θα κατευθυνθούν και θα επιτεθούν στα δύο αδέλφια. Όσο αναμενόμενο μπορεί να δείχνει το θανατερό αποτέλεσμα του συμβάντος, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, μιας και θα υποχρεώσει τον Τέεμπ να ενηλικιωθεί αρχύτερα για να επιβιώσει. Σταδιακά, οι συμβουλές και οι γνώσεις που έχει αποκομίσει από τον αδελφό του (και κατ’ επέκταση τη φυλή στην οποία ανήκει) θα φανούν χρήσιμες, όχι όμως και επαρκείς για να τον απομακρύνουν από το εκτεθειμένο και απομακρυσμένο μέρος. Σε ένα αλλόκοτο και αναπόφευκτο γύρισμα της ‘τύχης’, η επανεμφάνιση ενός εκ των ληστών θα αποδειχθεί πως αποτελεί και το κλειδί για τη σωτηρία του. Πρώτα, όμως, θα χρειαστεί να διδαχθεί κάτι πολυτιμότερο για να μπορέσει να το χρησιμοποιήσει: όταν οι συγκυρίες το απαιτήσουν και δεν υπάρχει καμία άλλη επιλογή, κρίνεται αναγκαία, η αμοιβαία συνεργασία με τον εχθρό.

Το γεγονός, πως ο συγκεκριμένος ληστής βρίσκεται σε ετοιμοθάνατη κατάσταση, θα δώσει την ευκαιρία (και τον χρόνο) στον άπειρο Τέεμπ να επανεκτιμήσει τις πιθανότητες που έχει. Μπορεί στην αρχή να αποφεύγει να βοηθήσει και να επιθυμεί την εκδικητική ανταπόδοση (τη σκηνή που του προσφέρει μετά βίας νερό, διαδέχεται εκείνη που τον σημαδεύει με ένα όπλο), γρήγορα όμως, και κατόπιν προτροπής του ίδιου του εγκληματία, ο αιτιολογημένος φόβος και το εκκολαπτόμενο μίσος του νεαρού θα αντικατασταθούν με τα συναισθήματα εκείνα που είναι κατάλληλα για να απεγκλωβιστούν από το απομονωμένο και ακροσφαλές σημείο. Ο Τέεμπ, θα περιθάλψει τον συμμορίτη και εκείνος, εκτός του ότι θα του υποδείξει τον τρόπο για να το κάνει, θα του προσφέρει και την προοπτική να μετατοπιστούν από εκεί. Μια εξισορροπητική ανακωχή θα επικρατήσει ανάμεσα στις δύο αντικρουόμενες πλευρές, η οποία θα ελέγξει τα πιο άγρια και ζωώδη ένστικτα (η σεκάνς που ξεκουράζονται, χωρίς να αγωνιά ο ένας για τις διαθέσεις του άλλου είναι η πιο χαρακτηριστική). Η διαφυγή από την ανεπιθύμητη περιοχή, όμως, θα τους οδηγήσει σε μια πραγματικότητα που θα αποδειχθεί πολύ πιο σκληρή, ικανή να ενεργοποιήσει εκ νέου τον ενδελεχή κύκλο της ανθρώπινης βίας.

Ανά πάσα στιγμή, αυτός που βρίσκεται σε καταχρηστική, υπεροπτική και απάνθρωπη θέση μπορεί να καταβαραθρωθεί (ο επιζήσας φονιάς και ληστής). Πόσο μάλλον, όταν ο ηγήτορας μιας ακατάπαυστα κινούμενης φυλής έχει φροντίσει να καταρτίσει καταλλήλως τα μέλη της και να αναδείξει την ηθικότητα, την ακεραιότητα και την αδελφοσύνη που αυτά κουβαλούν (ο νεαρός Τέεμπ). Σε ένα εξαίσιο φινάλε που είναι συγχρόνως, πεσιμιστικό και λυτρωτικό, ο Τέεμπ θα γνωρίσει όλες τις όψεις της ανθρώπινης απληστίας, μονάχα που αυτή τη φορά θα τις φιλτράρει μέσα από τα όρια και τις δυνατότητες της διευρυμένης του προσωπικότητας. Όντας απόγονος της υπερήφανης φυλής του, θα αποδείξει το αψεγάδιαστο του χαρακτήρα (η μη εξαγορά από τον Οθωμανό έπαρχο) και την οφειλή που έχει απέναντι στην οικογένεια (η αποκατάσταση της υπόληψης του αγαπημένου αδελφού). Κυρίως, θα επιβεβαιώσει πως δύναται να στηριχθεί στις δικές του δυνάμεις και να αντιμετωπίσει κάθε δυσκολία. Ο Νάτζι Αμπού Νουάρ παρακολουθεί με θαυμασμό και προσήλωση τον νομαδικό τρόπο ζωής (δεν είναι τυχαίο πως πέρασε αρκετούς μήνες με τους εναπομείναντες, οριοθετημένους πλέον, εκπροσώπους της συγκεκριμένης φυλής, ούτε πως χρησιμοποίησε ερασιτέχνες ηθοποιούς, δηλαδή, άτομα της φυλής) και φροντίζει, ώστε η μετάλλαξη από την παιδική αθωότητα στη βίαιη ενηλικίωση να έχει ρεαλιστικά στοιχεία. Κάτι τέτοιο, φυσικά, δε σημαίνει πως λείπουν οι συμβολικές αναφορές (εξαιρετικός, ο παραλληλισμός του βίου που διάγει ο Τέεμπ με τη ζωή ενός λύκου, όπως επίσης και της αγέλης στην οποία εμπίπτει το σαρκοβόρο με τη φυλή του πρώτου). Ούτως ή άλλως, η ενδιαφέρουσα ιστορία που χρησιμοποιείται λειτουργεί σαν μια αλληγορική διήγηση, η οποία πιστοποιεί την αναπόφευκτη μεταβολή που συντελείται σε κάθε επίπεδο: είτε αυτό ενδιαφέρει μια επικυριαρχική κατάσταση (από την Οθωμανική στη Βρετανική Αυτοκρατορία), είτε τον εκσυγχρονισμό των οδικών δικτύων – μεταφορικών μέσων και την εγκατάλειψη των αναγνωρισμένων ικανοτήτων των Βεδουίνων (το διάνοιγμα μιας ασφαλέστερης οδού και η χρήση του ατμοκίνητου τρένου, αντί για τη χρησιμοποίηση των παραδοσιακών καθοδηγητών και των σύντομων, αλλά πολύ επικίνδυνων μονοπατιών).

Σε μια τόσο ταραχώδη, μεταβατική περίοδο όσο είναι αυτή που διαδραματίζεται, ο ‘Theeb, Ο Λύκος της Ερήμου’, οι αδόκητες καταστάσεις θα αναγκάσουν τον μικρό ήρωα να έρθει σε επικοινωνία με τον σκοτεινό ωφελιμισμό, όχι μόνο των αλλοεθνών επεκτατιστών (Βρετανός αξιωματικός – Οθωμανός διοικητής), αλλά και των εγχώριων οπορτουνιστών, εκπροσώπων (Άραβες ληστές). Η (κάθε άλλο παρά υλιστική) συνδιαλλαγή που θα έχει με την κάθε μεριά, όμως, θα είναι αντιπροσωπευτική της ιδιοσυγκρασίας και του αναστήματος της φυλής του. Χρησιμοποιώντας κληρονομημένους, μα συνάμα εξασθενημένους ερμηνευτικούς κώδικες, που αναβλύζουν από τον παραδοσιακό τρόπο ζωής μιας νομαδικής κοινότητας (η εμπειρική γνώση και η σταθερή προσήλωση των μελών στις καθημερινές διεργασίες), ο Νάτζι Αμπού Νουάρ αξιοποιεί με υποδειγματικό τρόπο το διαπεραστικό και αποφασιστικό βλέμμα του νεαρού πρωταγωνιστή (Τζασίρ Είντ Αλ), για να προβάλλει την ιστορία, όχι μόνο μιας φυλής, αλλά και μιας αραβικής χώρας. Συμβάλλει σε αυτό και το γεγονός πως κινηματογραφήθηκε στο αμμώδες και γρανιτένιο τοπίο της μαγευτικής ‘Κοιλάδας του Φεγγαριού‘ (πρόκειται για την πρώτη αραβική ταινία που το ποιεί αυτό). Ένεκα των απρόβλεπτων καιρικών συνθηκών (υψηλές θερμοκρασίες, αμμοθύελλες ή καταιγίδες), ο σκηνοθέτης μπορεί να δυσκολεύτηκε να φέρει εις πέρας το απαιτητικό εγχείρημα, αλλά τελικώς τα κατάφερε και το αποτέλεσμα δείχνει αποστομωτικό (τα εύσημα ανήκουν και στον διευθυντή της  φωτογραφίας, ο οποίος μπόρεσε να προσαρμόσει κατάλληλα το λαμπερό φως και τους αντικατοπτρισμούς αυτού).

Share