La La Land

Ο Ντάμιεν Σαζέλ, μετά την τεράστια καλλιτεχνική επιτυχία του πολυβραβευμένου μουσικού δράματος, ‘Whiplash‘ (2013), επιβεβαιώνει το σκηνοθετικό του ταλέντο και την αγάπη του για τις μουσικές ταινίες, αναλαμβάνοντας ένα εγχείρημα που είναι πολύ πιο παράτολμο και απαιτητικό. Έχοντας στη διάθεση του έναν αρκετά μεγαλύτερο προϋπολογισμό (30.000.000 δολάρια, τι στιγμή που για την προηγούμενη του ταινία είχε μόλις, 3.300.000 δολάρια), δύο πρωτοκλασάτους, φωτογενείς και ικανούς ηθοποιούς για πρωταγωνιστές (Ράιαν Γκλόσλιγκ και Έμα Στόουν), μια φωτογραφία, απαστράπτουσα και ονειρεμένη (Λάινους Σάντγκρεν), μια σκηνογραφία – ενδυματολογία, ποικιλόχρωμη, καλαίσθητη και φαντασιώδης (Ντέιβιντ Γουάσκο και Σάντι Ρέινολντς-Γουάσκο στο σχεδιασμό της παραγωγής και Μαίρη Ζόφρες στα κοστούμια), όπως και μερικά υπέροχα και απολύτως αρμοστά τραγούδια – μουσικά θέματα (Τζάστιν Χέρβιτς), μπόρεσε να αποτίσει ειδικό φόρο τιμής στην πιο αστραφτερή, ντελικάτη και ρομαντική περίοδο του κλασικού Χόλυγουντ, αυτή που ταυτίστηκε κατά βασικό λόγο με τα θεάματα που εμπεριείχαν μουσικά και χορευτικά στοιχεία. Ακολουθώντας ένα μονοπάτι, που δεν προσπαθεί απαραιτήτως να εκσυγχρονίσει το περιστασιακό και φαντασμαγορικό είδος του μιούζικαλ, το ‘La La Land‘, αξιοποιεί τις πολυποίκιλες δυνατότητες της σύγχρονης κινηματογράφησης (φωτογραφία, μοντάζ και ήχος) για να παρουσιάσει κάτι που βρίσκεται πιο κοντά στην επιτηδευμένη, αλλά ακαταμάχητη γοητεία και ανεξάντλητη μαγεία του ‘The Artist‘ (2011), παρότι στην ηχητική οχλαγωγία και το οπτικό παραλήρημα που προσέφερε, χωρίς ουδεμία αυτοσυγκράτηση, τόσο το ‘Moulin Rouge!‘ (2001) όσο και το ‘Σικάγο‘ (2002).

Η σταδιακή, όχι ανεμπόδιστη άνοδος, δύο φερέλπιδων καλλιτεχνών (ενός μποέμ μουσικού της τζαζ που ονειρεύεται να ανοίξει το δικό του μαγαζί και μιας ηθοποιού που προσδοκά να κερδίσει κάποιον ρόλο ή και να ανεβάσει τον δικό της μονόλογο στο θέατρο), προκαλεί ρίγη πραγματικής συγκίνησης, μιας και εκτός από τη διεκδίκηση των πολυπόθητων ονείρων τους και τη διαφύλαξη του προσωπικού ήθους τους, περιέχει στον πυρήνα της ένα γλυκόπικρο, ερωτικό ειδύλλιο, που όσο στερεοτυπικό κι αν είναι (ακολουθεί αρκετές από τις συμβάσεις του παρεξηγημένου είδους), παραμένει ανεξάλειπτο στη μνήμη και πιστοποιεί από τι υλικά είναι φτιαγμένα, όχι μόνο τα καλλιτεχνικά όνειρα, μα και τα ανθρώπινα συναισθήματα. Και τούτο, μολονότι, δεν αποκρύπτει κάποιο βαθυστόχαστο μήνυμα, μερικές φορές, όπως στη συγκεκριμένη, εκθαμβωτική και αισθαντική κινηματογραφική συγκυρία είναι από μόνο του κάμποσο, από τη στιγμή που το καλλιτέχνημα, δεν καταλήγει να είναι παγερά εκτελεσμένο και οι θεατές αποχωρούν με θέρμη στην καρδιά, χαμόγελο στα χείλη και δάκρυα στα μάτια.

Επιτυχώς, η εναρκτήρια σκηνή της ταινίας, εισαγάγει τον θεατή στην πολύβουη, ζωντανή, ηλιόλουστη και πολλά υποσχόμενη, Πόλη των Αγγέλων, δίνοντας και το στίγμα της ταινίας. Σε αυτήν, ο εκνευρισμός και η ταλαιπωρία που συνοδεύει (πολύ συχνά) ένα μποτιλιάρισμα, μετατρέπονται σε μια εξαίσια παρέλαση ρυθμών, χρωμάτων και κινήσεων. Υπό τους ήχους του απολαυστικού, ‘Another Day of Sun‘ και τις δεξιοτεχνικές κινήσεις της κάμερας, η οποία σχεδόν ίπταται, οι οδηγοί των αυτοκινήτων χορεύουν ευφάνταστα, γύρω και πάνω, από τα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα. Σε ένα από αυτά, βρίσκεται και η Μία (Έμα Στόουν), η οποία κατευθύνεται στη δουλειά της. Η Μία εργάζεται ως μπαρίστα, σε ένα καφέ που βρίσκεται μέσα στους χώρους των κινηματογραφικών στούντιο, ενώ συγχρόνως, πηγαίνει από τη μια συνέντευξη στην άλλη, με την προσδοκία πως θα κατορθώσει να καρπωθεί κάποιον ρόλο, όπως εκατοντάδες άλλες, συνυποψήφιες. Η απρόσκοπτη συνάντηση της με τον Σεμπάστιαν (Ράιαν Γκόσλιγκ), τη στιγμή που περιμένει στο όχημα της, κάθε άλλο παρά θα έχει ευοίωνη κατάληξη (ο Σεμπάστιαν θα της κορνάρει με μανία και αυτή θα αντιδράσει αναλόγως), θα δείξει, όμως, για πρώτη φορά το πρωταγωνιστικό ζευγάρι. Θα ακολουθήσουν επιπλέον δύο συναντήσεις [στην καφετέρια που δουλεύει η ενθουσιώδης, Μία και στο μπαρ – εστιατόριο (Lipton’s) από το οποίο θα αποχωρήσει ο καταλυπημένος, Σεμπάστιαν], οι οποίες θα έχουν αντίστοιχη κατάληξη. Συναντήσεις, αναπάντεχες και χιουμοριστικές, που συνηγορούν πως οι δύο τους δεν θα αργήσει να ανταμώσουν ξανά και να ερωτευτούν με παράφορο τρόπο.

Στο πρώτο κομμάτι της ταινίας, πάντως, ο Ντάμιεν Σαζέλ, επικεντρώνεται στον χαρακτήρα της Μία και μέσα από αυτόν προβάλει τις συνθήκες που επικρατούν στο Χόλυγουντ και την προσπάθεια που οφείλει να καταβάλει κάποιος για να διαβεί το κατώφλι του – παρουσιάζει και τον μποέμικο και αντισυμβατικό τρόπο ζωής του Σεμπάστιαν, αυτό είναι κάτι όμως, που συμβαίνει φευγαλέα. Αποκορύφωμα αποτελεί, η μακροσκελής σεκάνς, όπου η Μία από το διαμέρισμα που μένει και διαμοιράζεται με άλλες τρεις κοπέλες (επίδοξους ηθοποιούς), θα παραβρεθεί σε μια φανταχτερή δεξίωση με την ελπίδα πως θα συναντήσει κάποιον, που θα τη βοηθήσει να ανέλθει καλλιτεχνικά. Άψογα ενορχηστρωμένη η σκηνή, ξεκινάει τη στιγμή που η Μία βρίσκεται μπροστά από τον καθρέφτη του μπάνιου, συνεχίζει στους διαδρόμους του διαμερίσματος και καταλήγει σε μια άλλη ομαλή και στιλπνή επιφάνεια, τούτη τη φορά στο πολυτελέστατο μέρος που πραγματοποιείται το πάρτι. Κατόπιν τούτου, το ‘Somewhere in the Crowd‘, δεν θα μπορούσε να οπτικοποιηθεί και να τραγουδηθεί πιο αποτελεσματικά, όταν από την καμάρα της Μία και την τραγουδιστική συνεισφορά των τριών συγκατοίκων της, βρισκόμαστε στον εξώτερο χώρο με την πισίνα, όπου μετέχουν οι εκλεκτοί καλεσμένοι.

Η αποχώρηση της Μία, από το πάρτι δεν θα είναι τόσο ατελέσφορη όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Μια μελαγχολική μελωδία, θα εξάψει την περιέργεια της και θα την οδηγήσει στο εσωτερικό του Lipton’s μπαρ – εστιατορίου, εκεί όπου στο πιάνο κάθεται ο Σεμπάστιαν. Την πολυαναμενόμενη στιγμή της συνάντησης του βλέμματος των δύο καλλιτεχνών, ο Ντάμιεν Σαζέλ με την αμέριστη αρωγή του μοντέρ, Τομ Κρος, διακόπτει τη ροή της αφήγησης για να μεταφέρει τον θεατή στην αρχή της ιστορίας. Ο χαρακτήρας του Σεμπάστιαν, προβάλλεται περισσότερο τούτη τη φορά, καθότι σε παράλληλο χρόνο παραβάλλονται οι ενέργειες του, έτσι όπως αυτές συντελέστηκαν από τη σταματημένη αυτοκινητοπομπή, μέχρι τη στιγμή τη μοιραίας αντάμωσης στο συγκεκριμένο μαγαζί. Λίγο πριν πραγματωθεί αυτή, ο Σεμπάστιαν, αθεράπευτα ρομαντικός και λάτρης της τζαζ, προσπαθεί να εγκλιματιστεί στο περιβάλλον του μαγαζιού, που καλείται για βιοποριστικούς λόγους να δουλέψει. Αποπειράται, δηλαδή, να συμβιβάσει τη δημιουργικότητα και να περιορίσει την ιδιοσυγκρασία του, μιας και είναι υποχρεωμένος να παίξει μόνο χριστουγεννιάτικα τραγουδίσματα, στο μέρος που παρά τον κανόνα, συνυπάρχουν η σάμπα με τα τάπας και οι αδαείς πελάτες, κάθε άλλο παρά ακούνε τη μουσική. Ο τρόπος με τον οποίο, ο σκηνοθέτης, απομονώνει τον καλλιτέχνη στο κεντρικό σημείο του εστιατορίου και δείχνει τις αντιδράσεις του είναι απαράμιλλος, το ίδιο και όταν παρασύρεται από την επιθυμία του και αρχίζει να εκτελεί ένα κομμάτι που ανταποκρίνεται στα δικά του δεδομένα (τα φώτα σβήνουν, η βοή σιωπάτε, ένας προβολέας φωτίζει τον ίδιο και εν συνεχεία, επιδίδεται στην αγαπημένη του μουσική). Στιγμιότυπο, το οποίο, μολονότι θα του στοιχήσει τη θέση εργασίας, θα είναι σημαδιακό για εκείνον, μιας και θα τον δει να παίζει, η Μία. Η έκβαση της συνάντησης, για ακόμη μια φορά, δεν θα είναι η πιο ιδανική (ο Σεμπάστιαν, θα την παραγκωνίσει), όμως, η Μία θα δείξει το πόσο τη συνεπήρε η μουσική.

Λίγους μήνες μετά, οι δύο τους θα συναντηθούν ξανά, τούτη τη φορά σε ένα από εκείνα τα πάρτι, που μετέχουν παραγωγοί, σκηνοθέτες και στάρλετ. Ο Σεμπάστιαν παίζει πλήκτρα σε ένα συγκρότημα με πολύ πιο μοντέρνα, ηχητική και ενδυματολογική περιβολή. Στη θέα του, η Μία, δεν θα αφήσει και αυτή την ευκαιρία να πάει χαμένη και θα τον προσεγγίσει. Σε μια από τις πιο όμορφες σκηνές της ταινίας, οι δύο τους θα βολτάρουν και θα ερωτοτροπήσουν τη στιγμή που το σουρούπωμα, ξεδιπλώνει τις μπλε, γαλάζιες και μωβ αποχρώσεις του στον απέραντο ουρανό σε ένα μέρος με αποστομωτική θέα (στο δρόμο που διατρέχει το Γκρίφιθ Παρκ). Θαυμάσιο τραγούδι το ‘Α Lovely Night‘, που τους συνοδεύει, όπως και το χορευτικό τους, το οποίο κορυφώνεται με τη συνδρομή των κλακετών (ευθεία αναφορά στο μυθικό, χορευτικό ζευγάρι, της Χρυσής Εποχής του Χόλυγουντ, Φρεντ Ασταίρ και Τζίντζερ Ρότζερς).

Ολόκληρο το δεύτερο μέρος της ταινίας, ξεδιπλώνει με μαεστρία τον έρωτα του ζευγαριού, μέσα από σκηνές παραμυθένιες. Όπως είναι αυτή, κατά την οποία, ο Σεμπάστιαν σφυρίζει έναν σκοπό και στη συνέχεια τραγουδάει το πιο αναγνωρισμένο κομμάτι του σκορ (‘City of Stars‘), περπατώντας στην ξύλινη προβλήτα που βρίσκεται στη Χερμόσα Μπιτς, εκείνη κατά την οποία το ζευγάρι χορεύει ένα αξιομνημόνευτο αέρινο βαλς στο Αστεροσκοπείο Γκρίφιθ, υπό τα αιθέρια προστάγματα του ‘Planetarium‘ και αυτή που παρακολουθεί με παλαιικούς όρους μια ταινία τόσο κλασική όσο είναι ‘Ο Επαναστάτης Χωρίς Αιτία‘(1955). Ο έρωτας του ζευγαριού θα είναι κατακλυσμιαίος, όμως, το αφήγημα δεν αναλίσκεται μονάχα στη μεταξύ τους σύνδεση, μα φανερώνει και τις προσπάθειες  που καταβάλλουν για να εκπληρώσουν τα παραπλανητικά, καλλιτεχνικά τους όνειρα. Υποστηρίζοντας σθεναρά, ο ένας τον άλλον, οι δύο χαρακτήρες, θα αποτολμήσουν τα αναγκαία βήματα: ο Σεμπάστιαν θα ξεκινήσει να παίζει την πολυαγαπημένη του τζαζ μουσική στο μπαρ που τόσο επιθυμούσε, ενώ η Μία θα αποφασίσει να συγγράψει έναν θεατρικό μονόλογο. Μόνο που κάτι τέτοιο δε διαβεβαιώνει απαραίτητα, πως θα πετύχουν αδιαμαρτύρητα (το ανέβασμα που θα επιχειρήσει η Μία θα φανεί καταστρεπτικό και αποθαρρυντικό για τη συνέχεια). Ούτε πως μπορούν πάντοτε να πράττουν αυτό που επιθυμούν (ο Σεμπάστιαν θα ακολουθήσει τις κερδοφόρες επιταγές και τους εξοντωτικούς ρυθμούς που επιτάσσει η σύγχρονη μουσική βιομηχανία για να κερδίσει πολύ περισσότερα χρήματα, παρακάμπτοντας τον πραγματικό του σκοπό). Βαθμιδωτά, οι επαγγελματικές επιλογές, θα οδηγήσουν σε τριβή τη μεταξύ τους σχέση και ο έρωτας τους θα δοκιμαστεί σχεδόν ανεπανόρθωτα. Η συγκλονιστική επανεκτέλεση του ‘City of Stars‘ και από τους δύο ηθοποιούς, παραμένει για να υπενθυμίζει, το πόσο αναντικατάστατη είναι η αίσθηση της εκπλήρωσης των επιθυμιών, πόσο μάλλον όταν τούτη σχετίζεται με την αγάπη.

Λίγο πριν τον σπαρακτικό, εκτεταμένο επίλογο, το ευχάριστο τραγούδισμα και η ρομαντική προδιάθεση παραχωρούν το μέρος τους στον μελαγχολικό λόγο και τη δραματική εξέλιξη. Με έτερες λέξεις, η πορεία των δύο ηρώων, ακολουθεί κατεύθυνση τόσο διαφορετική, που φλερτάρει με το μελό (ο αποχωρισμός). Στην κατακλείδα της ταινίας, τα πέντε χρόνια που θα μεσολαβήσουν, θα είναι διάστημα αρκετό για να βγάλει κάποιος συμπεράσματα για το που είναι οι ήρωες και το βαθμό της ατομικής τους επιτυχίας. Συνάμα, ενώ όλα δείχνουν να έχουν καθοριστεί με ότι αυτό σημαίνει για τη σχέση των δύο χαρακτήρων, ο Ντάμιεν Σαζέλ, κλείνει το μάτι και ανατρέπει, για όσο διαρκεί το τελευταίο σκέλος του έργου, τα δεδομένα. Ο βαθύτατα συγκινητικός και ονειρεμένος κόσμος, που προηγήθηκε, επανέρχεται μέσα από ένα υποδειγματικά σκηνοθετημένο οκτάλεπτο, που αφοπλίζει και παρασέρνει τον θεατή.

Όπως, προαναφέρθηκε, η ταινία δεν επαναπροσδιορίζει το μουσικοχορευτικό είδος, ούτε διαθέτει κάποια ιστορία που να είναι πιο πολύπλοκη και διεισδυτική κάτω από τη φαντεζί της επιφάνεια, προσφέρει όμως, τη δυνατότητα τόσο σε μια νεώτερη γενιά όσο και σε μια παλαιότερη να δει ένα έργο που απομακρύνεται από τα ανέμπνευστα επαναλανσαρίσματα δοκιμασμένων επιτυχιών και τις ανεξάντλητες υπερηρωικές συνέχειες. Κάτι που διαθέτει σε ισάριθμες δόσεις, φαντασία, αγνότητα και καρδιά και είναι ικανό να μεταφέρει τον θεατή σε μια εξωραϊσμένη, μα μαγική κινηματογραφική περίοδο, που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Επικεφαλής σε αυτή την απόπειρα, δεν θα μπορούσαν παρά να είναι, οι δύο ηθοποιοί που συναποτελούν το πρωταγωνιστικό ζευγάρι. Είναι τόσο ταιριαστοί στους ρόλους και τέτοια η αναμεταξύ τους χημεία, που αναντίρρητα συνθέτουν ένα πολύ ξεχωριστό ντουέτο. Ο Ράιαν Γκόσλιγκ, εκμεταλλεύεται την εξωτερική του εμφάνιση, το ερμηνευτικό του χάρισμα και την προϋπηρεσία του στο τραγούδι (τραγουδοποιός της αξιόλογης εναλλακτικής μπάντας, Dead Man’s Bones, και ερμηνευτής τριών εκ των τραγουδιών που ακούστηκαν στην ταινία, ‘Blue Valentine‘), για να ερμηνεύσει έναν ιδιαιτέρως σαγηνευτικό και ονειροπόλο χαρακτήρα. Η λατρεία του για την καλή μουσική (τζαζ), η αταλάντευτη πίστη του στα όνειρα και ο άσπιλος τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει τη Μία, βρίσκουν κατάλληλη εφαρμογή στα στιβαρά χέρια και την ελεγχόμενη εκφραστικότητα του Καναδού ηθοποιού. Αρκεί κάποιος να δει, το πόσο ανεπιτήδευτα ερμηνεύει το ‘City of Stars’ και τον παθιασμένο τρόπο με τον οποίο εκτελεί το ‘Mia & Sebastian’s Theme‘, για να καταλάβει το πόσο σύμφωνος είναι για αυτόν τον ρόλο.

Είναι, όμως, η έξοχη ερμηνεία της Έμα Στόουν που διακρίνεται περισσότερο και αυτό γιατί, καταλήγει να γίνει ταυτοχρόνως, αποδέκτης και πομπός, κάθε επιθυμίας. Δεν είναι μόνο ότι κατορθώνει να αποδώσει με ζέση και ζωντάνια τα σκερτσόζικα, χορευτικά – τραγουδιστικά μέρη (‘Somewhere in the Crowd’), μα προπαντός, η διαπεραστική ειλικρίνεια με την οποία πλησιάζει τις πιο ευαίσθητες περιοχές του χαρακτήρα της [κορύφωμα αποτελεί το ακέραιο, ερμηνευτικό ρεσιτάλ του ‘Audition (The Fools Who Dream)‘]. Η Μία της Έμα Στόουν είναι το συνεπαρμένο εκείνο πλάσμα, που μεταφέρει την ανυπομονησία μιας συνέντευξης, τη χαρά της δημιουργικής προετοιμασίας, την ευδαιμονία που προσφέρει η ρέμβη, την ακατανίκητη γοητεία που της ασκεί ο Σεμπάστιαν, την ερωτική και αισθηματική πληρότητα, όταν χορεύει αγκαλιασμένη μαζί του, την απογοήτευση από την αποτυχία του προσωπικού της σχεδίου, τη θλίψη, όταν ο σύντροφος της δεν στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, την ικανοποίηση, που προσφέρει η αναγνώριση της καλλιτεχνικής αξίας και τέλος, τη νοσταλγία που γεννά το καταληκτικό και υπαινικτικό συναπάντημα με το αντικείμενο του ακατάσβεστου πόθου της.

Στο φανταστικό και εξιδανικευμένο περιβάλλον της ταινίας, μεγάλη σημασία για την πλοκή της ιστορίας, έχουν οι αισθητικές προτιμήσεις στη σκηνογραφία, την ενδυματολογία και τη φωτογραφία. Ειδικότερα, στον σχεδιασμό της παραγωγής και την καλλιτεχνική διεύθυνση, οι Ντέιβιντ Γουάσκο και Σάντι Ρέινολντς-Γουάσκο, επέλεξαν και διαμόρφωσαν με προσοχή τις εξωτερικές τοποθεσίες και τους εσωτερικούς χώρους που κινηματογραφήθηκε η ταινία, ενώ δεν θα πρέπει να προξενεί καμία εντύπωση, πως τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε περισσότερους από εξήντα χώρους. Ξεχωρίζουν, η διακρατική οδός (Century Freeway 105) με τα χρωματιστά αυτοκίνητα, ο δρόμος (Mount Hollywood Drive) που διασχίζει το Γκρίφιθ Παρκ, στον οποίο τοποθετήθηκε μια λάμπα και ένα παγκάκι, το γειτνιάζων, Αστεροσκοπείο Γκρίφιθ με τον ασημοκέντητο ουρανό στον θόλο του, η μακρότατη προβλήτα στη Χερμόσα Μπιτς με τις περιμετρικές λάμπες, η αψιδωτή, τσιμεντένια, γέφυρα Κολοράντο στην οποία περπατάει το ζευγάρι, το πραγματικό, τζαζ μπαρ, Lighthouse Cafe, το αναπροσαρμοσμένο Smoke House Restaurant (Lipton’s) με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια και την πρόσοψη που δείχνει πως συνορεύει (φαινομενικά) με την περίφημη τοιχογραφία των συγκεντρωμένων κινηματογραφικών διασημοτήτων (You Are The Star), την επαναδραστηριοποιημένη για τις απαιτήσεις του έργου, ιστορική αίθουσα, Ριάλτο, το πληθωρικό και πολύχρωμο διαμέρισμα της Μία και το πιο μινιμαλιστικό και μονότονο του Σεμπάστιαν. Όσον αφορά, τον τομέα του ενδύματος και αυτός πιστοποιεί, πως ακολουθεί, το πνεύμα της παλαιότερης περιόδου και των παστέλ χρωμάτων, η Μαίρη Ζόφρες όμως, δεν δείχνει να φοβάται και τις πιο μοντέρνες γραμμές. Ενδεικτικά αναφέρονται, το μπεζ κουστούμι με την καφέ γραβάτα που φοράει ο Σεμπάστιαν και το πράσινο φόρεμα με τη σούρα κάτω από το στήθος που ενδύεται, η Μία – σικάτα ρούχα, τα οποία καταλήγουν να είναι αντιπροσωπευτικά της προσωπικότητας τους.

Πέρα από την προσεγμένη και επιμελημένη σκηνογραφία – ενδυματολογία, ένας επιπλέον παράγοντας, που συμβάλει καθοριστικά στο να είναι παραμυθένιο και κινηματογραφικά αναφορικό, το ‘La La Land’ είναι και η φωτογραφία. Κινηματογραφημένο με την XL2 κάμερα της Panavision, φιλμ 35 χιλιοστών και σε φορμά 2:55, το αποτέλεσμα δείχνει καταπληκτικό. Ο τρόπος με τον οποίο ο θεατής μεταφέρεται από μια κατάσταση που είναι ρεαλιστική σε μια άλλη που είναι ονειρική, αρκετές φορές, γίνεται με μονές λήψεις που ενώνονται χωρίς να διασπάται η συνοχή. Επί παραδείγματι, η σκηνή κατά την οποία η ηρωίδα αποχωρεί από τη δουλειά της για να μεταβεί στο διαμέρισμα που μένει και από εκεί στο πάρτι. Το ίδιο και το αριστουργηματικά ενορχηστρωμένο, μουσικοχορευτικό νούμερο στον αυτοκινητόδρομο, το οποίο, χωρίς να είναι τέτοιο, δίνει την ισχυρή εντύπωση ενός αδιάσπαστου μονοπλάνου.

Η κάμερα πλησιάζει και περιστρέφεται γύρω από τους χαρακτήρες, πιάνοντας όλο το εύρος του ορίζοντα, ενώ με ειδικούς αναμορφικούς φακούς που κατασκευάστηκαν (40 χιλιοστών) από την Panavision, δόθηκε η δυνατότητα να γίνουν και πιο κοντινές λήψεις (στα πρόσωπα και τα άκρα). Αλησμόνητες είναι οι σεκάνς, όπου το πρωταγωνιστικό ζευγάρι χορεύει σε μια ομαλή επιφάνεια που κατοπτρίζει τον ουρανό, στη θολωτή αίθουσα του πλανηταρίου ή τον περιφερειακό δρόμο που διαπερνά το Γκρίφιθ Παρκ και η κάμερα στροβιλίζεται γύρω τους. Παράλληλα, ο Λάινους Σάντγκρεν, επενδύει με τις πιο θεσπέσιες, χρωματικές παραλλαγές (επεξεργασμένες ή φυσικές) την εικόνα που έχει συνολικά, η ταινία. Οι μαβιές και ανοιχτές ή σκούρο, μπλε αποχρώσεις ενός ανοιξιάτικου δειλινού, κόβουν την ανάσα, ενώ οι παστέλ τόνοι στο διαμέρισμα της πρωταγωνίστριας, προκαλούν μια τεχνικολόρ έκρηξη στην οθόνη και τον αμφιβληστροειδή. Είναι, όμως, και η παραδειγματική αξιοποίηση των φωτισμών (οι λαμπτήρες στο δρόμο, οι φωτεινές επιγραφές στις προσόψεις και τις εισόδους των κτιρίων, τα επιτραπέζια ή επιτοίχια φωτιστικά σώματα στους εσωτερικούς χώρους), που συμβάλλει, ώστε, αφενός να δημιουργηθεί ένα αποτέλεσμα που να είναι επίγειο και ατμοσφαιρικό (ο ζεστός, χαμηλών τόνων, φωτισμός στα περισσότερα νυχτερινά μαγαζιά) και αφετέρου ένα που να είναι πιο μοντέρνο και εξεζητημένο (ο σταθερά κοκκινωπός και πράσινος φωτισμός που εισχωρεί και διαχέεται στο διαμέρισμα του Σεμπάστιαν). Επίσης, τεράστιο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο ξεκινάνε τα μουσικοχορευτικά νούμερα: κάθε φορά που οι ηθοποιοί, ετοιμάζονται να ερμηνεύσουν κάποιο από τα τραγούδια, οι αμφοτέρωθεν φωτισμοί χαμηλώνουν και ένας προβολέας εκπέμπει το πολύ δυνατό φως του, επάνω τους. Με αυτό τον τρόπο τα υποκείμενα απομονώνονται από τον κόσμο που τα περιβάλλει και η κανονικότητα δίνει τη θέση της σε κάτι που είναι υπερρεαλιστικό, έκτακτο και μαγευτικό.

Φωτογραφία, σκηνογραφία – ενδυματολογία, περιγράφουν με τη δική τους μεθοδολογία τη ρομαντική ιστορία δύο ονειροπόλων, το ίδιο και η μουσική και τα τραγούδια που έγραψε ο Αμερικανός συνθέτης, Τζάστιν Χέρβιτς. Στη δεύτερη του συνεργασία με τον Νταμιέν Σαζέλ (είχε επιμεληθεί και το εξαιρετικό σκορ του ‘Whiplash’), ο νεότατος καλλιτέχνης, δημιουργεί ένα σάουντρακ που είναι άξιο αναφοράς. Μια μουσική πανδαισία από τζαζ, ποπ ή κλασικά ηχοχρώματα, που καταφέρνει να υπηρετήσει με τον πιο ευφάνταστο τρόπο τη ραχοκοκαλιά της ιστορίας (το κυνήγι της καλλιτεχνικής καταξίωσης, τα σκαμπανεβάσματα του σφοδρού έρωτα), να μνημονεύσει τις κινηματογραφικές επιδράσεις (‘Οι Ομπρέλες του Χερβούργου‘, 1964 είναι μια από αυτές) και να αφήσει παρακαταθήκη μερικές όμορφες συνθέσεις (‘City of Stars’, ‘A Lonely Night’), ικανές για επανειλημμένες ακροάσεις. Είτε προτείνοντας θέματα που σφύζουν από ενέργεια με πολλές ρυθμικές και ηχητικές αυξομειώσεις (‘Another Day of Sun’, ‘Someone in the Crowd’), είτε πιο απλά, μα στιβαρά, που επιδρούν καταλυτικά στους δακρυγόνους αδένες (‘Mia and Sebastian’s Theme’, ‘Engagement Party‘), o Τζάστιν Χέρβιτς, στην τρίτη του (μόλις) κινηματογραφική δουλειά, φτιάχνει κάτι που είναι παλιομοδίτικο και μοντέρνο, ανάλαφρο και συναισθηματικά φορτισμένο, γήινο και υπερβατικό. Ένα οργανικά σφιχτοδεμένο, μουσικό σύνολο, που καταφέρνει να στείλει τους ακροατές – θεατές, καθώς φυσικά και τους πρωταγωνιστές του στα αστέρια (‘Planetarium’) και την ίδια στιγμή να τους προσγειώσει στην πεζή πραγματικότητα (‘Audition (The Fools Who Dream’), μόνο και μόνο, για να τους οδηγήσει σε ένα ονειροπαρμένο και συγκινησιακό κινηματογραφικό τελείωμα, όπου τα πάντα μπορούν να γίνουν εφικτά, αρκεί να υπάρχει φαντασία και πίστη στο όνειρο (‘Epilogue‘). Συναρπαστικό το μουσικό μείγμα από τμήματα διαφορετικών, προηγηθέντων συνθέσεων, ολοκληρώνει με τον πλέον σπαραξικάρδιο και εξευμενιστικό τρόπο την ταινία.

Share